Ο αξιόλογος στιχουργός μιλά για το σήμερα του τραγουδιού, για τον ρόλο που παίζει η Τέχνη στη ζωή όλων μας, για τις αλλεπάλληλες ματαιώσεις που βιώνουμε, αλλά και για το σημαντικότερο στοιχείο τού ταλέντου που είναι η επιμονή για όσα λαχταράς.
Από την Αριστέα Σταυροπούλου
Φωτογραφίες: Σοφία Μπούση
Ως άνθρωπος που έχει κάνει αρκετές συνεντεύξεις στο παρελθόν, θεωρούσα ότι το να πάρεις συνέντευξη από κάποιον που δεν είναι απλώς γνωστός (σου), αλλά που εδώ και αρκετά χρόνια αποτελεί φίλο και άνθρωπο της ζωής σου θα χαρακτηριζόταν βασικά από άνεση, χαλαρότητα και ελευθερία. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο εμπεριέχει μεν όλα τα παραπάνω, αλλά την ίδια στιγμή είναι και πολύ ενδιαφέρον, αναζωογονητικό και με βάθος. Διότι, αλήθεια, πόσο συχνά μπαίνουμε στη διαδικασία να ρωτήσουμε τους φίλους μας πράγματα για τη δουλειά τους, για τους παράγοντες που τους διαμόρφωσαν, για τα πιστεύω τους, τις δυσκολίες και τις φοβίες τους, τις προτιμήσεις, τα όνειρα και το πώς βλέπουν τον ίδιο τους τον εαυτό μέσα στον χώρο όπου κινούνται, αφήνοντάς τους μάλιστα να ξεδιπλώσουν τις σκέψεις τους με τρόπο προσωπικό, αλλά και κοινωνικό, όσο το έχουν ανάγκη;
Κάπως έτσι κύλησε αυτή η εκ βαθέων κουβέντα με τον στιχουργό και μεταφραστή λογοτεχνικών κειμένων, Δημήτρη Αναγνωστόπουλο, ο οποίος –αν και μετρά στο ενεργητικό του συνεργασίες με σημαντικότατες προσωπικότητες της ελληνικής μουσικής σκηνής– πάντα αγωνιά και παλεύει για ένα πιο ουσιαστικό και φωτεινό μέλλον στο ελληνικό τραγούδι, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για όλους τους δημιουργούς τού σήμερα. Και για αυτό έχει πολλά κι ενδιαφέροντα να μοιραστεί· κι εμείς πολλά να σημειώσουμε από όσα είπε. Και να τα αναλογιστούμε…
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
Η θέση του τραγουδιού στη ζωή του και στη δική μας ζωή. Πώς ξεκίνησε ο ίδιος να γράφει στίχους. Γιατί αυτά που γράφει είναι «ψιθυριστά». Πώς φτάνουν τα τραγούδια στους ακροατές. Ποια είναι η πραγματικότητα για τους σημερινούς δημιουργούς στη μουσική.
- Τα τραγούδια μού προκαλούσαν πάντα μεγάλη γοητεία, οπότε κι εγώ, εντελώς αθώα, αυτό προσπαθούσα να πετύχω, να φτιάξω κάτι που θα γίνει αφορμή για να ονειρευτεί κάποιος, για να σκεφτεί, για να ταξιδέψει. Και όταν ήμουν πιο μικρός, έγραφα και μουσικούλες μαζί με τους στίχους, δηλαδή ήταν κάτι πιο ολοκληρωμένο. Και τώρα πού και πού γράφω, αλλά πιστεύω ότι οι άλλοι μπορούν να το κάνουν καλύτερα. Οι περισσότεροι μπορούν να κάνουν ωραίες μελωδίες, αλλά, όταν ξέρεις ότι οι αρμονίες σου, τα gimmicks σου δεν θα είναι τόσο ενδιαφέροντα όσο κάποιου που έχει επενδύσει όλη του τη ζωή εκεί, τότε λες «αυτό ας το αφήσω». Στην αρχή, ήθελα να κάνω τραγούδια και να ερμηνεύω, αλλά μετά προσανατόλισα όλα τα βελάκια μου προς τον στίχο, όπου με τα λιγότερα δυνατά μέσα θα μπορούσα να πετύχω το μεγαλύτερο ψυχολογικό αποτέλεσμα.
- Παρόλο που κάποια πράγματα από αυτά που έχω γράψει ενέχουν ένα στοιχείο μιας απαίτησης, μιας διεκδίκησης, εκ των πραγμάτων αυτά που γράφω γενικά είναι πιο πολύ ψιθυριστά, και μου αρέσει έτσι. Θέλω την ησυχία. Χρειάζομαι ησυχία, αλλά θα μου άρεσε επίσης και ο ακροατής να ακούει τα τραγούδια με προσοχή, όπως βλέπει μια ταινία στον κινηματογράφο. Η εποχή μας δεν ευνοεί την ησυχία και την αφοσίωση, είναι γεμάτη ερεθίσματα, ταχύτητα και αυτοματισμούς. Και δεν είπα τυχαία τον κινηματογράφο. Πλέον ο κινηματογράφος και το θέατρο έχουν γίνει τα μόνα σημεία όπου «καθαρίζουμε» λίγο. Άλλο είναι να δεις μια ταινία στο σπίτι σου, με συνεχείς παύσεις επειδή χτύπησε το τηλέφωνο, επειδή πρέπει να μαγειρέψεις κάτι στο παιδί σου ή τόσα ακόμα, και άλλο στον κινηματογράφο. Εκεί, για δύο ώρες είσαι αφοσιωμένος, είναι κλειστά όλα. Και πάλι, θα δεις ότι, για τα πρώτα λεπτά της ταινίας, σκέφτεσαι διάφορα πράγματα της καθημερινότητας, τρέχουν όλα ακόμα μέσα στο μυαλό σου.
- Τα τραγούδια που γράφουμε δεν είναι μόνο η προσωπική μας ζωή. Θέλουμε και το προνόμιο να εφευρίσκουμε προσωπικότητες, να μιλάμε για άλλους, να μπαίνουμε στα παπούτσια τους, να ενδυόμαστε άλλες ζωές. Θέλω να εκπλαγώ από αυτό που θα προσφέρει κάποιος άλλος σε αυτό που θα φτιάξω, είτε είναι ο συνθέτης είτε ο ερμηνευτής. Πάντα σε ένα πλαίσιο συνεργασίας όμως, όχι «σου στέλνω κάτι και το κάνεις». Βεβαίως πολλές δουλειές γίνονται έτσι, για πολλούς λόγους, αλλά το ιδανικό για μένα είναι να συνδιαμορφώνουμε το αποτέλεσμα.
- Πολλές φορές, σκέφτομαι την ευθύνη του δημιουργού: το τι θα πει, το πώς θα το πει, το ποιοι θα το πάρουν και τι αντίκτυπο θα έχει στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Αλλά, όπως έχω ξαναπεί για το τραγούδι και για κάθε έργο τέχνης, η πρόσληψή του εξαρτάται από δύο πλευρές, και από τον πομπό και από τον δέκτη, όπως κάθε πράξη επικοινωνίας. Ο κινηματογράφος δείχνει πράγματα πολύ ωμά μερικές φορές, κάτι που δεν αφήνουμε να συμβεί στο τραγούδι. Και δεν είναι μόνο επειδή σκεφτόμαστε το γενικό κοινό και πού θα παίξει το τραγούδι, αλλά και επειδή έχουμε συνηθίσει το τραγούδι να φτάνει μέχρι ένα σημείο. Και μιλάω για το «τυπικό» τραγούδι, την «παραδοσιακή» φόρμα του τραγουδιού, διότι σε κάποια άλλα είδη τραγουδιού, ο λόγος σου μπορεί να ανοιχτεί πολύ περισσότερο και μπορεί να είναι και πολύ αιχμηρός. Αυτό χρειάζεται σε μερικές περιπτώσεις. Χρειάζεται να πεις κάτι με το οποίο δεν συμφωνείς προσωπικά, να φτιάξεις έναν χαρακτήρα κακό, κακοποιητικό… Όταν φτιάχνεις έργα με τέτοιους χαρακτήρες, πρέπει το κοινό να εστιάζει στους λόγους που αυτοί είναι κακοί… Όχι για να τους αθωώσει, αλλά για να τους εξηγήσει. Aυτό που μας νοιάζει είναι να δούμε γιατί έφτασες να κάνεις κάτι κακό. Aυτό εύκολα το βλέπεις στις ταινίες, σε ένα τραγούδι δεν θα το δεις εύκολα. Εκεί θα παρεξηγηθεί κιόλας, επειδή δεν έχουμε εύκολα μέσα μας το τραγούδι με τέτοια λειτουργία, του τύπου αντίστροφης ψυχολογίας. Όταν είσαι ηθοποιός και καλείσαι να παίξεις τον ρόλο του κακού, του παραβατικού, του εγκληματία, δεν θα τον παίξεις κρίνοντάς τον, θα προσπαθήσεις να τον καταλάβεις μέσα σου για να τον παίξεις ανθρώπινα. Διότι όλα αυτά είναι πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Είναι μία διάσταση που θέλει προσοχή. Για αυτό κάποια τραγούδια που είναι πολύ αμφιλεγόμενα –κομμάτια τραπ, χιπ χοπ κ.λπ.– δεν θα έλεγα «πετάξτε τα», θα έλεγα «εμένα δεν με αφορούν διότι δεν έχω να κερδίσω κάτι από αυτά», αλλά θα έλεγα επίσης «αν το παιδί σου ακούει τραπ τώρα, θα το απορρίψει μεγαλώνοντας, αρκεί να του ανοίξεις την πόρτα και σε άλλα πράγματα, τα οποία αργότερα θα επικαλεστεί και θα προστρέξει σε αυτά».
- Ας σκεφτούμε από πού ακούει ο κόσμος μουσική σήμερα, ποιες είναι οι πηγές του. Και πότε ακούει, γιατί ακούει, ποιες είναι οι ανάγκες που του καλύπτει. Ποιες είναι δηλαδή σήμερα οι λειτουργίες του τραγουδιού στη ζωή των ανθρώπων; Και πού ακούει ο κόσμος μουσική; Στο αυτοκίνητο, δηλαδή ραδιόφωνο, ενδεχομένως και στις πλατφόρμες. Και βεβαίως όταν η μουσική συγχρονίζεται με την εικόνα: ταινίες, σειρές, τηλεόραση, εκπομπές… TikTok. Διότι το TikTok πια δεν είναι απλώς μια πλατφόρμα διασκέδασης, αλλά είναι και μια πλατφόρμα διάδοσης «μουσικών αποσπασμάτων», να το πούμε έτσι. Τι ανάγκες εξυπηρετεί λοιπόν; Αν το ψάξεις λίγο, καταλήγεις στο ότι ο πολύς κόσμος έχει πια αποκτήσει μια εικόνα πολύ «χαμηλή» για το τραγούδι, νομίζει ότι είναι κάτι ευτελές, με το οποίο απλώς θα περάσει την ώρα του. Το πρόβλημα είναι ότι έχοντας αυτήν την αίσθηση, την περιορισμένη εικόνα για τις λειτουργίες του τραγουδιού στη ζωή του, το κοινό έχει και χαμηλές προσδοκίες από αυτό. Και βεβαίως, πολλά πράγματα παίζουν ρόλο σε αυτήν την έκπτωση, σε αυτήν την κατακρήμνιση της εικόνας του τραγουδιού.
- Είναι τόσα πολλά που θα μπορούσαν να γίνουν σε κρατικό επίπεδο· και έχουμε κάθε λόγο να μιλάμε σε αυτό το επίπεδο. Η Ελλάδα δεν φημίζεται γενικά για τη στήριξη και την προώθηση των τεχνών. Η σύγκριση που κάνω εγώ είναι με τον Καναδά, καθώς έχω συγκεκριμένη σχέση με τη χώρα, με τον πολιτισμό της, πολλές επιρροές μου έρχονται από εκεί, οπότε έχω μια κάποια εικόνα. Εκεί, η πολιτεία ενθαρρύνει και προωθεί τις τέχνες, και το τραγούδι μέσα σε αυτές. Αρχικά, υπάρχει η Εθνική Σχολή Τραγουδοποιίας του Granby. Έχουν βγει πολλοί τραγουδοποιοί-τραγουδιστές από αυτή. Στον Καναδά, επίσης, η πολιτεία στηρίζει με επιδοτήσεις την παραγωγή δίσκων, την παραγωγή βιντεοκλίπ. Αυτά είναι πράγματα που ακούγονται αστεία σε εμάς. Είναι και πολλά πράγματα που δεν γίνονται πλέον στην Ελλάδα. Έχουμε μουσικές εκπομπές; Είχαμε κάποτε τα μουσικά «καφενεία» –πολύ καλά, αλλά «περιορισμένα». Είχαμε και το Μουσικό Κουτί. Στην ιδιωτική τηλεόραση, τι έχουμε πλέον; Τίποτα. Παλιότερα, υπήρχαν σημαντικές εκπομπές όπου παρουσιαζόταν, μεταξύ άλλων, η ζωή και το έργο ερμηνευτών και δημιουργών. Το Παρασκήνιο του σπουδαίου Λάκη Παπαστάθη, τα Μουσικά Πορτρέτα με την Άννα Βλαβιανού… Έβλεπες ζωές ανθρώπων και πώς είναι απέναντι στο μεστιέρε τους, στο επάγγελμά τους που είναι παράλληλα και το μεράκι τους. Παίρνεις έμπνευση από αυτά τα πράγματα. Σκέφτομαι τώρα, υπήρχε μια εκπομπή, τα Νέα Πρόσωπα… Πολύ χαρακτηριστικό επεισόδιο ήταν αυτό με τον Κραουνάκη. Μου κάνει εντύπωση ότι ήταν ένα πολύ νέο παιδί, στα πολύ πρώτα του βήματα, και είχε τηλεοπτικό χρόνο, πολύ ωραία σκηνοθετημένο, που σε έβαζε στη ζωή του, στο σπίτι του, στην καθημερινότητά του με τους φίλους του, να μιλάνε για το πώς οραματίζεται τη μουσική, τι θέλει να κάνει, τι έχει κάνει, τότε ακόμα μόνο έναν μεγάλο δίσκο (τα Σκουριασμένα Χείλια με τη Βίκυ Μοσχολιού, 1981). Είχε κάνει και κάτι παιδικά, είχε και μία πορεία στη μουσική για το ραδιόφωνο, για το θέατρο, αλλά και πάλι ήταν στην αρχή του. Και είχε αυτό το βήμα να μιλήσει για τα όνειρά του.
- Ερχόμαστε πάλι στο σήμερα. Το 2024, έγινε μία προσπάθεια από το Υπουργείο Πολιτισμού για τις ποσοστώσεις, που όμως για εμένα ήταν εξαρχής ένα φιάσκο. Ειδικά ως προς τα ραδιόφωνα, το μέτρο ήταν τελείως άτολμο, αντί για κάτι υποχρεωτικό, πήγαμε σε προαιρετικά κίνητρα που δεν αλλάζουν τίποτα. Όταν το νομοσχέδιο ήταν σε διαβούλευση, έκανα μια εισήγηση στην ΕΔΕΜ και είπα στους συναδέλφους «κοιτάξτε τι κάνουν στη Γαλλία». Εκεί, με τον νόμο Toubon από το ’94, δεν αστειεύονται. Η ποσόστωση είναι αυστηρή και υποχρεωτική στο 40% για τις ώρες αιχμής, και μάλιστα επιβάλλουν να ακούγονται νέοι καλλιτέχνες για να υπάρχει ανανέωση. Στη Γαλλία επίσης, έχουν λύσει το θέμα της επιβίωσης των καλλιτεχνών με το καθεστώς της intermittence. Επειδή οι καλλιτεχνικές δουλειές είναι από τη φύση τους επισφαλείς, το κράτος σου δίνει ένα σταθερό επίδομα για τον καιρό που δεν έχεις ενεργή απασχόληση, αρκεί να έχεις δουλέψει κάποιες συγκεκριμένες ώρες μέσα στον χρόνο. Έτσι ζεις με αξιοπρέπεια και συνεχίζεις να δημιουργείς, δεν είσαι συνέχεια με το άγχος της επιβίωσης. Και, βέβαια, υπάρχει και το μεγάλο αγκάθι με τους ψηφιακούς κολοσσούς. Στον Καναδά πάλι, το 2023, οι δημιουργοί κινητοποιήθηκαν και πέτυχαν τον νόμο «Online Streaming Act». Πλέον, το Spotify και το Netflix υποχρεούνται να επιστρέφουν το 5% των εσόδων τους πίσω στον εγχώριο πολιτισμό. Είναι μια εισφορά που πάει κατευθείαν στην τοπική παραγωγή και δίνει ορατότητα στους Καναδούς δημιουργούς απέναντι στους αλγόριθμους. Τέτοια μοντέλα δουλεύουν ήδη σε Γαλλία και Ιταλία, την ώρα που εδώ οι πλατφόρμες λειτουργούν τελείως ανενόχλητες, χωρίς την παραμικρή υποχρέωση να στηρίξουν την ελληνική δημιουργία.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Η επίδραση του Γαλλικού Ινστιτούτου στον ίδιο. Η αξία και το αποτύπωμα της Τέχνης στους ανθρώπους. Η αντιστοιχία τραγουδιού και κινηματογράφου.
- Από τη στιγμή που, φοιτητής Γαλλικής Φιλολογίας ακόμα, ανακάλυψα το Γαλλικό Ινστιτούτο και τη βιβλιοθήκη του, και γνώρισα επίσης τους ανθρώπους του –για παράδειγμα τον Διαμαντή, που είναι η ψυχή της βιβλιοθήκης– βρήκα ένα καταφύγιο. Ακόμα και σήμερα, και να μην έχω κάτι συγκεκριμένο να μελετήσω, πηγαίνω, κάθομαι στο τραπεζάκι μου, παίρνω τον ήλιο από το παράθυρο, βλέπω τους άλλους ανθρώπους, παρατηρώ. Είναι ένας θησαυρός. Σε όποιο τμήμα και να πάω, θα βρω πράγματα που να με αφορούν πραγματικά, θα τα ξεφυλλίσω, θα τα μελετήσω. Πριν από κάποιο διάστημα, μελετούσα για το slam τραγούδι, πράγματα που ξέρω αλλά είναι ωραίο να τα βλέπεις βαλμένα σε μια σειρά. Πόσες ταινίες έχω δει χάρη στα DVD που έπαιρνα από το Γαλλικό Ινστιτούτο, πόσους δίσκους είχα ανακαλύψει, πόσους καλλιτέχνες, με τη φυσική μορφή του μουσικού προϊόντος. Είναι ένας φορέας πολιτισμού. Μακάρι να είχαμε περισσότερες βιβλιοθήκες σε κάθε περιοχή, με τις οποίες να είμαστε εξοικειωμένοι και να μας παρέχουν αυτή την άνεση, την οικειότητα αλλά και την κοινωνική επαφή. Εκεί βλέπω ανθρώπους που δεν κανονίζω να συναντηθώ μαζί τους αλλά πέφτω επάνω τους με πολλή χαρά.
- Η τέχνη σε κάνει πρωτίστως καλύτερο άνθρωπο, ανοιχτό μυαλό. Ό,τι και να είσαι, το αποτύπωμά της εκφράζεται στον τρόπο που λειτουργείς. Μπορεί να φτιάχνεις ψωμιά, θα τα φτιάχνεις καλύτερα αν το μυαλό σου είναι ανοιχτό. Βάφεις κάγκελα, θα τα βάφεις καλύτερα διότι θα έχεις ένα μεράκι. Ανεβαίνουν τα στάνταρντς σου, θέλεις κι εσύ να γίνεις καλύτερος σε αυτά που κάνεις, στον τρόπο που θα μεγαλώσεις τα παιδιά σου, στην επικοινωνία σου με τους ανθρώπους. «L’art est essentiel», δηλαδή η τέχνη είναι πράγμα ουσιώδες. Τι κάνει καλύτερη τη ζωή ενός ανθρώπου; Κάθε χρόνο που κάποιοι άνθρωποι κάνουν τον απολογισμό τους, δεν γράφουν ότι «εγώ πέτυχα αυτούς τους στόχους στο γραφείο», γράφουν «εγώ είδα αυτές τις παραστάσεις, μου άρεσε εκείνη, είδα αυτές τις ταινίες, κατάφερα να πάω σε δύο συναυλίες με τους φίλους μου, να κάνω αυτό το ταξίδι, να πάω σε αυτό το μουσείο». Και το ταξίδι είναι τέχνη από μόνο του… Να επισκέπτεσαι έναν τόπο και να βλέπεις πόσο διαφορετικά ζουν οι άνθρωποι εκεί, τι τρώνε, τι εικόνες έχουν, πώς είναι οι αυλές τους, τα σπίτια τους. Όλα αυτά επηρεάζουν τη στιχουργική μου έμμεσα. Πρωτίστως είναι ανάγκη για εμένα, είναι τροφοδοσία, τα βλέπω για την απόλυτη εσωτερική μου θρέψη.
- Η τέχνη είναι δημιουργία εντυπώσεων. Ο τρόπος που αυτές οι εικόνες, οι εντυπώσεις, συνδέονται δημιουργεί το συναίσθημα και την σκέψη. Αυτό που λέω συνήθως: το τραγούδι εγώ το βλέπω σαν οι στίχοι να είναι το σενάριο, η μουσική να είναι η σκηνοθεσία και η ερμηνεία να είναι το παίξιμο του ηθοποιού. Και αυτό δες το σαν μία αναλογία με τον κινηματογράφο, διότι εκεί μπορείς να παίξεις και με το υπερβατικό, με τους χρόνους, με τα κοψίματα, με τις μεταβάσεις.
- Προηγουμένως, στη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου, έπεσε στα χέρια μου τυχαία και σου έδειξα μία αγαπημένη μου ταινία του François Ozon, το Cinq Fois Deux (Πέντε Φορές Το Δύο, 2004). Κι όμως αυτή η ταινία περιγράφει με αντεστραμμένη χρονική διαδοχή την πορεία μιας σχέσης, το πώς δύο άνθρωποι από την πρώτη γνωριμία, τον ενθουσιασμό, τον έρωτα, περνάνε στην αγάπη, κι από την αγάπη περνούν στη συνήθεια με την απόσχιση των θέλω τους, που οδηγεί τελικά στη ρήξη και στην απομάκρυνση. Αυτή η ταινία, λοιπόν, μιλάει για τις σχέσεις με τον πιο απλό τρόπο παρουσιάζοντάς μας μία τέτοια σχέση, αλλά και μόνο το γεγονός ότι την παρουσιάζει αντίστροφα και περνάς από το τέλος στην αρχή, είναι ένα ταρακούνημα. Συνειδητοποιώ εκ των υστέρων ότι αυτοί οι κραδασμοί που μου είχε δημιουργήσει αυτή η ταινία μπήκαν σε τραγούδια μου. Μπήκαν, ας πούμε, στο ΟΙ ΔΙΑΦΟΡέΣ. Η φράση που θεωρώ ότι συνοψίζει αυτό το τραγούδι είναι: οι διαφορές μας είναι αυτές που μας φέρνουν κοντά, κι αυτές οι ίδιες πάλι που μετά μας απομακρύνουν. Μέσα στο κεφάλι μου είναι εντυπωμένες εικόνες από αυτή την ταινία. Σκάβοντας το βρίσκεις, ότι αυτό με έχει επηρεάσει ώστε να έχω μία θέαση του κόσμου τέτοια που μετά θα αναπαραγάγω στη δική μου δημιουργία.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Για ποιον και για τι γράφει ο Δημήτρης Αναγνωστόπουλος και πώς προσεγγίζει τα θέματά του. Τα ανέκφραστα «σε αγαπάω». Ένα ζεϊμπέκικο που γράφτηκε ως χασάπικο. Μια ιστορία για τη δημιουργία μιας λέξης. Τα καλούπια και οι δυνατοί άνθρωποι.
- Μπορώ να γράφω για πολλές διαφορετικές περιπτώσεις αν αυτό απαιτείται ή αν εκεί με πάει η όρεξή μου, αλλά το φόρεμα που θα φτιάξω θα έχει πάντα τις ραφές της προσωπικότητάς μου όπως αυτή έχει αναπτυχθεί. Όταν γράφω, είναι σαν να απευθύνομαι σε μία σκιά απέναντί μου, η οποία είμαι εγώ. Θέλω να εντυπωσιάσω αυτή τη σκιά, να την ευχαριστήσω, να την καλύψω. Είναι ένας άνθρωπος δηλαδή έξω από εμένα, αλλά που έχει τις δικές μου ανάγκες, που θέλει να ακούσει πράγματα που εγώ αγαπώ. Παρ’ όλα αυτά, δεν το βλέπω σαν να μιλάω εγώ με εμένα. Θέλω πολύ να βάλω λόγια στις ανάγκες των άλλων. Εκ των πραγμάτων αυτό συμβαίνει, αλλά δεν περνάει μέσα από το φίλτρο της παρατήρησης για το τι θέλουν οι άλλοι, αλλά μέσα από το φίλτρο της παρατήρησης του τι θέλω εγώ να πω.
- Αν είναι κάτι που νιώθεις ότι σε εκθέτει πάρα πολύ, μπορεί να το απορρίψεις. Υπάρχει αυτό το υπερεγώ που έρχεται και σε μπλοκάρει. Σβήνεις πράγματα προτού καν να τα γράψεις. Υπάρχουν όμως και φορές που η ίδια η γλώσσα σε οδηγεί να πεις πράγματα που δεν θα τα έλεγες, αλλά είναι τόσο δυνατά συνταιριάσματα που αποφασίζεις να τα πεις έτσι. Προφανώς, δεν θα πεις κάτι ενάντια στις πεποιθήσεις σου κατ’ αρχήν, αλλά ναι, η ίδια η γλώσσα γράφει το τραγούδι πολλές φορές.
- Μιλάω πολύ για τη δύναμη της ίδιας της γλώσσας, αλλά και για το ανέκφραστο. Το τραγούδι ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ μιλάει για την ανάγκη να εκφράσουμε τον έρωτά μας σε έναν άλλον άνθρωπο, αλλά και για τη δυσκολία που έχουμε να το βάλουμε σε λόγια, και έτσι παραμένει ένα «σ’ αγαπάω» ενεργό αλλά ανέκφραστο. Παράλληλα, έχω γράψει και τις ΔΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ (μουσική του Παύλου Καλτουρουμίδη, ερμηνεία της Μαρίας Παπαλεοντίου), πάλι για ένα ενεργό «σ’ αγαπάω» το οποίο όμως παραμένει ανέκφραστο επειδή φοβάσαι και αποφεύγεις να το πεις· ξέρεις ότι, αν αρθρωθεί, θα εξαρθρωθεί, θα ξεφτίσει.
- Στα τραγούδια που γράφω μου αρέσει να υπάρχει μια αιχμή. Ο τρόπος που πλησιάζω τα θέματα είναι λίγο αντισυμβατικός ενίοτε, μη αναμενόμενος. Σκέφτομαι τώρα, παράδειγμα, το ρεφρέν στο ΠΙΟΝΙ: «ποιος θεός αθωώνει όποιον δεν πειθαρχεί…», και ονειρεύεται, και μπαίνει σε αυτό το παιχνίδι του έρωτα. Δηλαδή μέσα σε μια καθημερινότητα που όλοι είναι πιόνια, που διαμορφώνουν τις ταυτότητές τους με βάση κάποια κοινωνικά πρότυπα, ο έρωτας έρχεται σαν μη κανονικότητα. Και υπάρχει ένας θεός, ας πούμε, που κλείνει τα μάτια και τον αφήνει να συμβεί.
- Ας δούμε και το τραγούδι ΓΡΙΦΟΙ, ένα από αυτά που δεν ακούστηκαν, που δεν τραγουδήθηκαν. Ένα ζεϊμπέκικο που γράφτηκε αρχικά ως χασάπικο –κάποια στιγμή ωστόσο μπορεί να επανέλθει ως χασάπικο. Εκεί μιλάω για τη σημασία της επιθυμίας. «Φτιάξε μου μία επιθυμία να ‘χω να μάχομαι». Δηλαδή δώσ’ μου προκλήσεις, δώσ’ μου όνειρο, κι εγώ θα βρω την αγωνιστικότητα που χρειάζομαι για να το πολεμήσω.
- Υπάρχει και η έννοια της φυγής… Το τραγούδι ΦΥΓΗ είναι ένα από τα πιο κινηματογραφικά τραγούδια μου, σε μουσική του Γιώργου Καγιαλίκου, με την πολύ ωραία ερμηνεία του Γιάννη Λεκόπουλου. Από την αρχή του κόσμου, οι άνθρωποι φεύγουν. Πηγαίνουν προς και φεύγουν από. Δεν είναι ξεκάθαρο στο τραγούδι αν η φυγή αυτή είναι κάτι που θέλει ο πρωταγωνιστής, η φιγούρα στην οποία αναφερόμαστε. Αυτό το τραγούδι κυκλοφόρησε το 2014. Τι γινόταν τότε στην Ελλάδα; Ήταν η πρώτη αρχή των έντονων μεταναστευτικών ροών. Δεν είχα αυτή την εικόνα στο μυαλό μου όταν το έγραφα, όμως ήρθε και κούμπωσε σε μία πραγματικότητα και με αυτή την ανάγνωση. Είναι ένας άνθρωπος που παρατηρεί έναν άλλον άνθρωπο που φεύγει. Φεύγει χαμογελαστός, αλλά αυτό το χαμόγελο, τι χαμόγελο είναι; Λέει «φυσάει βοριάς… χαμογελάς… σε μια φυγή που πουθενά δεν οδηγεί – θεριεύει το βουητό της μηχανής… δεν σε κρατάει κανείς». Δεν σε κρατάει κανείς γιατί θες να φύγεις ή φεύγεις γιατί δεν έχεις τίποτα που να σε κρατάει;
- Επίσης, πολύ συχνά, σε πράγματα που γράφω, αναφέρω τον Θεό, κι έχω γράψει κάποτε ότι «αν τον κρατάμε ακόμη τον Θεό, είναι για να τον επικαλούμαστε στα ποιήματά μας». Θα μπορούσα να με χαρακτηρίσω «χριστιανό άθεο». Και τι εννοώ με αυτό; Είμαι άθεος, αλλά έχω τις καταβολές του χριστιανισμού, τις διδαχές του χριστιανισμού όπως τον μάθαμε στο μεγάλωμά μας. Παρ’ όλα αυτά, με ενοχλεί πάρα πολύ που βλέπω ανθρώπους να επικαλούνται τον χριστιανισμό «τους» σαν να είναι κάτι δεδομένο για όλους τους Έλληνες, και επίσης να τον εφαρμόζουν, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό το ρήμα, κατά το δοκούν. Ο χριστιανισμός, όπως κάθε θρησκεία, είναι ένα σύνολο κανόνων με μία στόχευση. Με ενοχλεί να κάνουν ορισμένα πράγματα σύμφωνα με τις επιταγές της θρησκείας τους και κάποια άλλα να τα αποφεύγουν. Και γενικά με ενοχλούν οι άνθρωποι που δεν επανεξετάζουν γιατί κάνουν κάποια πράγματα, αν και πώς θέλουν πραγματικά να τα κάνουν. Με ενοχλεί που μπαίνουμε σε καλούπια που δεν είναι δικά μας, που δεν τα έχουμε διαμορφώσει μόνοι μας. Είναι τέλειο το πλαίσιο, και οι τοίχοι ακόμα, να περιχαρακώνεσαι σε τοίχους –να τους έχεις χτίσει εσύ όμως, να μην τους έχεις πάρει έτοιμους, αγοραστούς. Στο ΠΙΟΝΙ, ας πούμε, λέω «διαλεγμένοι ρόλοι»… Διαλεγμένοι ρόλοι σαν ρούχα από μία ντουλάπα, που ο καθένας σε αυτή την ντουλάπα έχει το αντίστοιχο τμήμα για εκείνον. Ας πούμε, ανάλογα με τις κοινωνικές τάξεις, ξέρεις από ποιο τμήμα της ντουλάπας θα πάρεις να φορέσεις το δικό σου ρούχο. Δεν μου αρέσει αυτό. Ίδια θα είναι η ντουλάπα, αλλά δες και παραδίπλα, έχεις το δικαίωμα να το κάνεις. Με γεμίζει, όμως, η δύναμη των ανθρώπων που σπάνε τα καλούπια, που οραματίζονται πράγματα και που, είτε έχουν τα μέσα να φτάσουν εκεί είτε όχι, προσπαθούν.
- Κατά καιρούς σκέφτομαι λέξεις που με ιντριγκάρουν, αλλά μετά τις ξεχνάω. Ωστόσο, θυμάμαι μια μέρα που έκανα τη βόλτα μου στον Εθνικό Κήπο και στάθηκα λίγο στον ζωολογικό κήπο που υπάρχει εκεί. Παρατηρούσα τον κόσμο που παρατηρούσε τα ζώα. Στα κλουβιά απ’ έξω υπάρχουν σημάνσεις «μην ταΐζετε». Παρ’ όλα αυτά, έβλεπα τα παιδάκια, που δεν είχαν ενδεχομένως ξαναδεί από κοντά κατσικάκια, κριάρια, στα μάτια τους δεν ήταν κάτι τόσο οικείο, κοίταζαν ένα… θηρίο μπροστά τους. Και έβλεπα την ανάγκη τους να ταΐσουν το θηρίο. Αυτή τη βασική, την πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου να γίνει τροφός. Δεν είναι κάτι που μαθαίνεις, είναι κάτι που το έχεις μέσα σου, ότι εσύ θα φροντίσεις τον άλλον, άνθρωπο ή ζώο, μέσω της τροφής. Και σκεφτόμουν ότι δεν τα ένοιαζε η απαγόρευση, ούτε η πραγματική ανάγκη του ζώου, εκείνα είχαν την ανάγκη να του δώσουν τροφή για να το κερδίσουν, να κερδίσουν το θηρίο, να το εξευμενίσουν. Και σκέφτηκα ότι για αυτήν τη συνθήκη θα μπορούσα να φτιάξω μια λέξη: τη λέξη «τροφοδυνάστης». Και είπα: «κοίταξε, μπορούν και τα παιδάκια από τη φύση τους να είναι τροφοδυνάστες –όχι μόνο η γιαγιά μου!». Και στα τραγούδια μου έχω έναν νεολογισμό: στη ΜΙΚΡΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ έχω τη λέξη «νεφελαραίωμα». Είναι μια λέξη που πρώτα την έγραψα και μετά έψαξα να δω αν υπάρχει. Δεν υπάρχει, αλλά νιώθεις ότι υπάρχει επειδή είναι πολύ διαυγής, κατανοητή.
ΜΙΑ ΑΤΥΠΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ
Το τραγούδι που ξεχωρίζουν οι φίλοι του. Η σύνδεση σε λόγια που δεν γράφτηκαν μαζί.
- Το αγαπημένο τραγούδι των φίλων μου από αυτά που έχω γράψει είναι το ΑΤΤΙΚΗ-ΒΙΚΤΩΡΙΑ (ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ), το οποίο έχει ήδη ένα πολύ ωραίο βιντεοκλίπ. Ωστόσο, έκανα κι εγώ ένα μικροκλίπ με αποσπάσματα από ελληνικές ταινίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου (Παντελής Βούλγαρης, Γιώργος Κατακουζηνός, Σταύρος Τσιώλης κ.άλ.), τα οποία δείχνουν στιγμιότυπα από ανθρώπους στον ΗΣΑΠ. Το τραγούδι μιλάει για δύο ανθρώπους που χωρίσανε, που φαντάστηκαν και ονειρεύτηκαν τη ζωή τους μαζί, στο ίδιο σπίτι, αλλά παρ’ όλα αυτά ζουν σε απόσταση μίας στάσης του μετρό μακριά… ή κοντά… όπως θέλεις να το δεις.
- Εκ των υστέρων, βλέπω ότι τα πιο γνωστά μου ποπ τραγούδια αποτελούν μία τριλογία της απώλειας. Μιλάμε για το ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΟΛΟ με ερμηνεύτρια την Παυλίνα Βουλγαράκη σε μουσική της Δήμητρας Γαλάνη, μετά το ΑΤΤΙΚΗ-ΒΙΚΤΩΡΙΑ (ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑ) που τραγουδάει η Αγγέλα Σιδηροπούλου σε μουσική του Αντώνη Καλούδη, και το πιο πρόσφατο ΟΥΤΕ ΚΑΝ σε μουσική του Νίκου Μερτζάνου με ερμηνεύτρια τη Σαλίνα Γαβαλά. Συνειδητοποιώ ότι, κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν μία τριλογία, «άτυπη» καθώς δεν δημιουργήθηκαν με προγραμματισμό. Αφηγούνται την ίδια ερωτική απώλεια σε τρεις διαδοχικούς ψυχικούς χρόνους: από την ήρεμη, συνειδητή στιγμή της ρήξης όπου ο αφηγητής αναλαμβάνει το βάρος του τέλους χωρίς κατηγορίες ή απέλπιδες διεκδικήσεις, στην αγάπη που επιζεί ως απόσταση και αυτοεξορία, και στη σχέση που δεν κατοικεί πια στο παρόν αλλά έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο ίχνος που καθιστά όλες τις επόμενες επαφές ανεπαρκείς.
ΕΡΜΗΝΕΥΤΈΣ – ΟΝΕΙΡΟ
Δύο συν μία φωνές που τον συνεπαίρνουν. Τι σημαίνει για εκείνον μία βράβευση και πώς επιλέγει κάποιος μεταξύ των Beatles και του Τσιτσάνη.
- Αν ζούσε ο Διονύσης Θεοδόσης, θα με είχε συνεχώς έξω από την πόρτα του. Θα ήθελα τόσο πολύ να ζούσε και να έβλεπα τι άλλο θα μας έδινε, πέραν του ότι θα ήθελα οπωσδήποτε να πει κάτι δικό μου. Είχε καλλιτεχνικές καταβολές παρόμοιες με τις δικές μου. Αγαπούσε το γαλλικό τραγούδι, οπότε θα είχε πολύ ενδιαφέρον η συνέχεια. Είναι ξεκάθαρο ότι θα ήθελα να πει τραγούδι μου η Céline Dion. Και άναρθρες κραυγές να βγάζει και να τις έχω γράψει εγώ, θα είναι κάτι μεταξύ θεϊκής πρόνοιας και βαθιάς ανθρώπινης φύσης! Η κορυφή για εμένα. Επίσης, η Mina (Mazzini) θα ήθελα να πει τραγούδι μου. Στα γαλλικά. Να μας ευλογήσει η ζωή να έχουμε τη Mina για πολλά χρόνια ακόμα, διότι είναι από τις πιο ευρηματικές ερμηνεύτριες, και σε τεχνική και σε ουσία. Είναι ογδόντα έξι χρόνων και ακόμα ηχογραφεί.
- Το πόσο θα αγγίξει ένα τραγούδι δεν εξαρτάται από το πόσους θα αγγίξει. Η βασική μου ανάγκη είναι να δω ανθρώπους να συγκινούνται επειδή ταυτίστηκαν με κάτι που έγραψα. Έχω δει ανθρώπους να κλαίνε με το ΤΡΑΙΝΑΚΙ. Μακάρι να φτάνουν πολύ μακριά τα τραγούδια, αλλά δεν μου λέει κάτι η ιδέα της βράβευσης. Και επίσης, είναι σαν να μου λες «ποιος είναι καλύτερος, ο Μπαχ ή ο Χατζιδάκις;». Μα μπορώ να απαντήσω σ’ αυτό; Μπορεί άνθρωπος να απαντήσει σ’ αυτό; Θα σου πει «ο Μπαχ». Ωραία, τι κατάλαβες; Σημαίνει αυτό ότι μπαίνει ο Χατζιδάκις ένα σκαλί πιο κάτω, ή τρία, ή τέσσερα; Και πιάνω τον Χατζιδάκι διότι έχει γίνει το παράδειγμα για όλα. «Ποιος είναι ο πιο σημαντικός, οι Beatles ή ο Τσιτσάνης;» Πού θα δώσεις το βραβείο Grammy; Επίσης, ποιος ξέρει τον Τσιτσάνη από αυτούς που ξέρουν τους Beatles παγκοσμίως; Πες μου λίγο τα ποσοστά των ανθρώπων; Δεν μπορώ να ζυγίζω έτσι την τέχνη.
ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ, ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Πώς φαντάζεται να ακούσει τραγούδια του. Πώς θα έβλεπε ένα άνοιγμα στη μουσική αγορά τού εξωτερικού. Δύο στιχουργικές στιγμές που ξεχωρίζει και η «τέχνη» που χρειάζεται για να φτιάχνει κάποιος λίστες τραγουδιών.
- Μεταξύ μίας unplugged ακουστικής εκτέλεσης και μίας μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας, θα επέλεγα το δεύτερο! Και τα δύο έχουν τη δική τους βαρύτητα και γοητεία όταν είναι ζωντανά, εννοείται. Αλλά… έχω κλάψει με κούρδισμα βιολιών. Όταν έχεις μπροστά σου τους μουσικούς και ξεκινάνε να κουρδίζουν στην αρχή μιας όπερας, η πρώτη συγκίνηση έχει έρθει, έχεις ήδη ανατριχιάσει, λες «βιώνω κάτι σημαντικό αυτήν τη στιγμή». Το unplugged, ωστόσο, είναι και μία ευκολία πλέον. Με δύο όργανα, δύο μουσικούς, μπορείς να στήσεις μια παράσταση που, από άποψη παραγωγής, δεν θα σου κοστίσει πολλά. Η συμφωνική ορχήστρα είναι απαγορευτική. Πάντως, φαντάζομαι ότι όλοι όσοι κάνουμε ένα, ας πούμε, πιο κινηματογραφικό τραγούδι, ονειρευόμαστε κάποτε να μπορέσουμε να έχουμε τραγούδια που θα αποδοθούν με μία μεγάλη ορχήστρα.
- Στο δίλημμα αν θα προτιμούσα να ακούγεται πολύ στα ραδιόφωνα εντός Ελλάδας ένα τραγούδι μου με ελληνικούς στίχους ή στο εξωτερικό ένα γαλλόφωνο τραγούδι μου, θα πω γαλλόφωνο για την αγορά του εξωτερικού. Αρκεί όμως να έχει τη στήριξη ενός εκδότη, που είναι ο βασικότερος συνεργάτης ενός δημιουργού –δηλαδή ένας παραγωγός που “πλασάρει” τα τραγούδια σου, που βοηθάει να “τοποθετηθούν”, να δοθούν σε ερμηνευτές, να μπουν σε ταινίες, σε διαφημίσεις, όλη τη διαχείριση.
- Τυχαίνει να έχω γράψει κάποια τραγούδια στα γαλλικά. Κυκλοφόρησε ήδη το ELLE A…, που τραγουδάει η Σαλίνα Γαβαλά, γραμμένο πάνω σε μελωδία του Παναγιώτη Μάργαρη. Ένα τραγούδι που δημιουργήθηκε αρχικά στα ελληνικά και λέγεται ΕΛΑ, με στίχους του Κώστα Μπαλαχούτη. Εγώ κράτησα την ομοηχία του τίτλου, και έγραψα ένα άλλο κείμενο στα γαλλικά. Αντίστοιχα, έχω κάνει και ένα τραγούδι για την Ευρυδίκη, αφιερωμένο στον μπαμπά της. Η μουσική είναι του Σταύρου Σιόλα, οι ελληνικοί στίχοι του Πόλυ Κυριάκου, και λέγεται ΑΚΟΥ ΜΠΑΜΠΑ, ΑΚΟΥ ΠΑΤΕΡΑ. Εγώ έχω πάρει το ίδιο θέμα και το έχω αναπτύξει με τον δικό μου τρόπο στα γαλλικά, και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα (TU SAIS, PAPA). Το έχει ήδη τραγουδήσει ζωντανά η Ευρυδίκη στις παραστάσεις που κάνει με γαλλόφωνα τραγούδια. Μου είχε όμως επίσης προταθεί να κάνω στα γαλλικά ένα τραγούδι του Γιώργου Θεοφάνους, για να το τραγουδήσει ένας πολύ γνωστός γαλλόφωνος τραγουδιστής. Δεν ηχογραφήθηκε τελικά, όμως εγώ το έκανα και είμαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό για εμένα, διότι είναι ένα εγχείρημα που το φοβόμουν περισσότερο από το να γράψω στα ελληνικά. Ψάχνεις να βρεις «τι άλλο μπορώ να πω εγώ και με τι τρόπο μπορώ να το πω ώστε να μην είναι απλώς λόγια στη σειρά, αλλά να έχει ένα ενδιαφέρον», και εμένα μου αρέσει το κείμενο να παίζει και με την επιφάνεια των λέξεων. Στο μεταξύ, η γαλλική γλώσσα έχει ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό που είναι η οικονομία της. Έτσι, σου δίνει τρομερά εργαλεία. Μεγάλη δασκάλα σε αυτό είναι η αγαπημένη μου Zazie, τραγουδοποιός και τραγουδίστρια. Ο Serge Gainsbourg επίσης, γνωστός στους Έλληνες. Θέλω να πω ότι το παιχνίδι που επιτρέπει η γλώσσα, κάνει πιο ενδιαφέρον το όλο εγχείρημα. Μου αφαιρεί λίγο τα φρένα μου και αφήνω τη γλώσσα να με πάει.
- Η επιμέλεια ενός playlist είναι δύσκολο πράγμα γιατί πρέπει να θέσεις κριτήρια επιλογής. Κατά καιρούς εστιάζω σε κάποιους δημιουργούς, να φωτίσω κάποια τραγούδια τους που ίσως δεν είναι πολύ γνωστά, μαζί με κάποια από τα πλέον γνωστά τους. Έχω κάνει playlists για τον δημιουργικό κόσμο της Ελένης Φωτάκη, για τον Μιχάλη Γκανά, τον Γκάτσο, τον Ελευθερίου, τον Τσιτσάνη, και είναι χαρά μου να τα κάνω διότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι με ενδιαφέρον όπως εσύ, που πατάς και τα ακούς, και ξανακούς πράγματα που ξέρεις ή ανακαλύπτεις πράγματα που σου είχαν διαφύγει, ή θυμάσαι πράγματα. Μεγάλη χαρά αυτή για εμένα.
- Το 2008, ήταν η πρώτη φορά που η Lara Fabian είχε έρθει στην Αθήνα για κάποιες συναυλίες μαζί με τον Μάριο Φραγκούλη και τον Γιώργο Περρή. Ήμουν εκεί σε όλες, και λέω «θα της κάνω δώρο το DVD της Πολίτικης Κουζίνας με αγγλικούς υπότιτλους και θα της φτιάξω και ένα CD το οποίο θα περιλαμβάνει τραγούδια που είναι κοντά στη μουσική που κάνει εκείνη, αλλά δεν είναι αυτά για τα οποία ξέρω ότι της έχουν ήδη μιλήσει, δεν είναι Χατζιδάκις και Θεοδωράκης». Oπότε τι είχα βάλει σε εκείνο το CD; Είχα βάλει Μιτζέλο, Σπανουδάκη, Ξύλινα Σπαθιά, Αλεξίου, Παπαδημητρίου, Καλαντζόπουλο, Κορκολή, Χατζηγιάννη, Καρβέλα, Θεοφάνους, Μαχαιρίτσα, Θάνο Μικρούτσικο… Τώρα αυτά ίσως σου ακούγονται ετερόκλητα, αλλά άμα δεις το playlist, θα σου φανούν πολύ οργανικά δεμένα. Θέλουμε να έχει μια παλέτα, ένα εύρος. Δηλαδή τώρα, ας πούμε, η Lara Fabian δεν πρέπει να έχει ακούσει το ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ του Καρβέλα και της Βίσση; Η Lara Fabian που έχει τραγουδήσει το JE SUIS MALADE, που είναι «καψούρικο» τραγούδι, δεν είναι τραγούδι υψηλής διανόησης, δεν είναι Brassens, δεν είναι Brel, είναι ένα γήινο, απλό, λαϊκό τραγούδι, λέει «έχω γίνει κομμάτια για εσένα», αυτό λέει. Δεν πρέπει να έχει στα ακούσματά της το ΜΑΜΑ, ΓΕΡΝΑΩ, ας πούμε, που είναι μια πολύ ευρωπαϊκή μπαλάντα;
- Στριμώχνομαι πολύ να πω ποιος στίχος είναι σαν να έχει γραφτεί για εμένα, διότι δεν μπορώ να χωρέσω σε κάτι και να πω «είμαι καλά εδώ». Ευτυχώς, οι άνθρωποι είμαστε πολλά πράγματα. Το πιο αγαπημένο μου τραγούδι, όμως, έχω επιλέξει να λέω ότι είναι το L’AMOUR EXISTE ENCORE με ερμηνεύτρια τη Céline Dion. Τους στίχους έχει γράψει ο Luc Plamondon και τη μουσική ο Riccardo Cocciante. Θεωρώ ότι είναι από τα πλέον πολιτικά τραγούδια. Λέει ότι σε αυτόν τον κόσμο τον παράξενο, που οι τρελοί γίνονται ηγέτες, το πόσο θα αγαπηθούμε εξαρτάται μόνο από εσένα κι εμένα, και το ρεφρέν λέει «όταν αποκοιμιέμαι πάνω στο κορμί σου, τότε δεν υπάρχει πια αμφιβολία, η αγάπη υπάρχει ακόμα»… Σε αυτόν τον κόσμο που πέφτουν βόμβες, που το κακό διαχέεται συνεχώς. Να πω κιόλας ότι αυτό το τραγούδι είχε γραφτεί υπό τη σκιά της πανδημίας του AIDS (κυκλοφόρησε το 1991). Τέτοια πολιτικά τραγούδια θα ήθελα να γράψω, που εστιάζουν στη μικρή μονάδα η οποία συνενώνεται με άλλες μικρές μονάδες και δημιουργούν μικρά σύνολα που συνενώνονται με άλλα μικρά σύνολα και δημιουργούν τη μεγάλη κοινότητα των ανθρώπων. Αυτό είναι το κοινωνικό τραγούδι όπως το βλέπω εγώ τώρα, που ξεκινάει από το άτομο και καταλήγει στο σύνολο.
- Υπάρχουν πάρα πολλοί στίχοι που θα ήθελα να έχω γράψει· αν δεν υπήρχαν πολλοί, δεν θα έγραφα τραγούδια. Θα ξεχωρίσω όμως αυτή την πολύ απλή φρασούλα: «Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία» από το ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του Μίκη Θεοδωράκη. Γιατί με συγκινεί πολύ αυτός ο στίχος; Καταρχάς, πρόκειται για ένα θεατρικό τραγούδι κατά κάποιον τρόπο, διότι έχει μία συνθήκη. Σε δεύτερο επίπεδο, πρόκειται για ένα ιστορικό τραγούδι, διότι αυτή η συνθήκη είναι αληθινή, ιστορική. Είναι ένας άνθρωπος που έχει μεταφερθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε ένα αυτός και σε ένα άλλο η γυναίκα της ζωής του, την οποία γνώρισε κοριτσάκι, ωραία, φρέσκια, νοικοκυρά στο σπίτι της, και βρίσκεται ξαφνικά, κι αυτός δεν ξέρει πού, σε κάποιο άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και ρωτάει «μην είδατε την αγάπη μου; την είδε κάποιος; πού είναι, πού την έχουν πάει;». «Την είδαμε εκεί, έχει πια χάσει το χρώμα της…» Ξέρεις… «Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία» –εγώ ξέρω ότι είναι όμορφη κάτω από όλη αυτή την κακουχία.

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΗΜΕΡΑ
Ο ρόλος της επικαιρότητας στην στιχουργική του. Ποια μορφή μπορεί να έχει σήμερα ένα τραγούδι για την κοινωνία. Τι τον ενοχλεί στο πολιτικό σκηνικό και ποια είναι η βασική ιδιότητα που έχουμε ως άνθρωποι.
- Αυτά που με τσιγκλάνε και θέλουν να βγουν με ταχύτητα από μέσα μου, διοχετεύονται στο Facebook ή στο Twitter. Είναι αναρτήσεις γρήγορης καύσης, τις οποίες αποσύρω και πολύ σύντομα. Δεν μπαίνω σε βάθος συνήθως σε αυτά, είναι ξεσπάσματα. Όμως αυτό που μένει από τις παρατηρήσεις μου, το συναίσθημα που κατακάθεται, σίγουρα μπαίνει και στα τραγούδια μου. Τα περισσότερα δεν βλέπουν το φως. Τι μορφή μπορεί να έχει ένα πολιτικό τραγούδι σήμερα; Ποιο είναι το αίτημα σήμερα; Θεωρώ ότι έχω γράψει πολιτικά τραγούδια. Το ΠΙΟΝΙ είναι πολιτικό τραγούδι. Και το ΣΤΗ ΛΗΘΗ ΤΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ και η ΜΙΚΡΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ. Είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος… Αλληγορίες. Έτσι μπορούμε να λειτουργήσουμε σήμερα, με αλληγορίες, με υπαινιγμούς, με εικόνες που θα σε βάλουν να προβληματιστείς.
- Όλοι ξέρουμε τι συμβαίνει γύρω μας, όλοι βλέπουμε. Κάποιοι θέλουν να κλείνουν τα μάτια. Αυτοί είναι που μας έφεραν στο σήμερα, κλείνοντας τα μάτια στο ένα, κλείνοντας τα μάτια στο άλλο. Δεν είναι σημερινό το φαινόμενο να έχεις μια «δουλίτσα» που σου την έχουν βρει, να υποστηρίζεις τον δήμαρχο της τοπικής κοινωνίας επειδή ελπίζεις ότι θα έχεις κάποιο όφελος, και να το έχεις κιόλας συνήθως. Συμβαίνουν τόσα πολλά. Συγκαλύψεις η μία πάνω στην άλλη, για χίλια δύο πράγματα. Λεφτά δικά σου και δικά μου από τους φόρους μας, που με πολλή χαρά και ευθύνη θέλουμε να δώσουμε για να πάνε στην υγεία σου, στην υγεία μου, και βλέπουμε ότι δεν πάνε εκεί αλλά πάνε αλλού. Το βλέπουμε, δε μιλάμε. Η πίκρα μένει μέσα μας. Πόλεμος… Και να μην αφορά εμάς, που πλέον έχει αρχίσει να αφορά κι εμάς σε πολύ πρώτο βαθμό, αφορά τους διπλανούς μας και τους παραδιπλανούς μας. Βλέπουμε εικόνες συντριπτικές που κανονικοποιούνται με ταχύτητα και ευκολία. Και για όλα αυτά ποιοι είναι υπεύθυνοι; Άνθρωποι που υπήρξαν παιδιά. Δεν είμαστε μεγάλοι, είμαστε μικρά παιδιά που έχουμε μεγαλώσει. Η βασική μας ιδιότητα είναι το παιδί που υπήρξαμε και αυτό άρχισε να συσσωρεύει χρόνους και βαρίδια. Είμαστε κρίκοι μιας αλυσίδας, που κάθε κρίκος είναι φτιαγμένος από τα ίδια υλικά με τον προηγούμενο, αλλά έχει ελαφρώς άλλη μορφή. Και με αυτή την αλυσίδα πνιγόμαστε. Πρέπει λίγο να δούμε τα υλικά μας. Βλέπω πρόοδο όμως. Η πηγή είναι ο γονέας με το παιδί, πώς αυτοί οι δύο συνδιαμορφώνονται και δημιουργούν τον επόμενο κρίκο της αλυσίδας κάθε φορά.
- Ο καθένας μας έχει τη δουλειά του. Η δουλειά του πολιτικού είναι να βρίσκει λύσεις για να γίνει η καθημερινότητα όλων πιο ασφαλής, πιο ομαλή, πιο συμπεριληπτική. Είναι η δουλειά ενός υπαλλήλου που πρέπει να μεριμνήσει για αυτά. Όσο πιο ψηλά βρίσκεται στην ιεραρχία του πολιτικού συστήματος, είναι καλό και αυτονόητο να βασίζεται σε ομάδες ανθρώπων με γνώση για διάφορους τομείς. Ωστόσο, δεν ξέρω κατά πόσο λειτουργεί έτσι. Η Βουλή μας είναι άδεια, να σου το πω και αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι λοιπόν που έχουν ψηφίσει κάποιους βουλευτές, και αυτοί οι βουλευτές δεν κάνουν αυτό που οφείλουν να κάνουν. Αν εσύ μια μέρα δεν πας στη δουλειά σου, την επόμενη μέρα θα σε διώξουν. Με ενοχλεί πολύ αυτό. Και σκέφτομαι με μία ωραία αφέλεια: αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν είναι παιδιά που έχουν μεγαλώσει… Μας σκέφτομαι όλους στην αυλή ενός σχολείου… Έχουμε όλοι δει τις ίδιες ταινίες της Disney, έχουμε παίξει τα ίδια παιχνίδια, έχουμε πάει λίγο-πολύ στα ίδια σχολεία… Πώς όλοι εμείς επιτρέπουμε σε αυτά τα παιδιά, τα «κακά παιδιά», να μας βρομίζουν την αυλή μας, και δεν μιλάμε, ενώ είμαστε οι πιο πολλοί; Και το έχουμε πάρει όλοι τόσο χαλαρά, που γίνονται εκλογές και μιλάμε με όρους τηλεπαιχνιδιού: «Είναι μπροστά», «κερδίζει», «στις δημοσκοπήσεις βγαίνει πρώτος»… Τι θα πει «βγαίνει πρώτος», «κερδίζει»; Είμαστε μετοχές στο χρηματιστήριό τους και όλα γυρνάνε γύρω από τα λεφτά. Όπως έχω γράψει στη ΛΗΘΗ ΤΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ που τραγουδάει η σπουδαία μας Μαρία Φαραντούρη, «εδώ κρανίου τόπος, χαμένος κάθε κόπος». Το κοιτάζω καμιά φορά και λέω «γιατί το έδωσες τώρα αυτό έτσι, με αυτήν την απαισιοδοξία;». Και έρχονται στιγμές που βλέπεις πώς είναι η πολιτική κατάσταση και λες «έπρεπε να γραφτεί επειδή είναι μία διαχρονική αλήθεια, πολύ δυστυχώς».
Η ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ, Η ΓΑΛΑΝΗ & ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΕΣ «ΜΟΥΣΕΣ»
Οι στιγμές με δύο κορυφαίες κυρίες του τραγουδιού. Η Ευρυδίκη, η Σαλίνα Γαβαλά και άλλες συνεργασίες που έγιναν ή… δεν έγιναν.
- Τη Μαρία Φαραντούρη τη θέλαμε, ο συνθέτης Γιώργος Καγιαλίκος κι εγώ, για τα συγκεκριμένα τραγούδια, το ΣΤΗ ΛΗΘΗ ΤΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ που έχω γράψει καθαρά εγώ τους στίχους, και τη ΝΑΥΣΙΚΑ που έχω κάνει τη μεταγραφή ενός κορσικανικού ποιήματος του Γκιάκουμου Τιερ στα ελληνικά για τραγούδι. Το ευτυχές γεγονός είναι ότι εκείνη δέχτηκε να υπερασπιστεί αυτά τα δύο τραγούδια. Αυτό μάς έφερε κοντά, στο στούντιο, στο σπίτι της για πρόβες… Οπότε τη γνώρισα λίγο. Είναι πολύ ζωντανός άνθρωπος. Έχει το βλέμμα της στο σήμερα και στο αύριο, παρότι έχει πολύ χτες πίσω της, και σημαντικό χτες. Μου έλεγε «πώς μπορείτε να βρεθείτε εσείς όλοι μαζί να κάνετε κάτι; εμείς πώς μπορούμε να βοηθήσουμε; να φτιαχτούν κάποιες δομές, κάτι». Με τον τρόπο της, και μόνο που συνεργαστήκαμε, έδωσε κάτι από τη δική της μαγεία σε κάτι καινούργιο, σε κάτι σημερινό όσο παλιό και να είναι στον τρόπο που είναι φτιαγμένο.
- Αντίστοιχα, και η Δήμητρα Γαλάνη, όπως το έχουμε δει πολλές φορές, στηρίζει τους νεότερους. Και αυτό είναι μια εσωτερική της ανάγκη, το κάνει γιατί έτσι τροφοδοτείται και η ίδια. Με τη Δήμητρα, έγραψα τους στίχους του ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΟΛΟ πάνω σε μία μελωδία της. Ήταν αποτέλεσμα άσκησης στο Μικρό Πολυτεχνείο. Γράψαμε αρκετός κόσμος, κατέληξε στη δική μου δουλειά, αλλά δεν έγινε αμέσως κάτι. Όμως εγώ δεν το άφησα εκεί το θέμα, της το θύμιζα συνεχώς. Πήγαινα σε παραστάσεις της και της έλεγα «έχουμε αυτό το τραγούδι, μήπως να το κάνουμε κάτι;», έφτιαχνα μικρά ντέμο και της τα έστελνα για να το ξανακούσει όπως εγώ το νιώθω, τραγουδισμένο πολύ πρόχειρα πάνω στη δική της φωνή και την κιθάρα της. Το έγραψα για εκείνη, πάνω σε εκείνη. Ο καιρός περνούσε. Σε κάποια στιγμή, ήταν να το πει κάποιος αυτό το τραγούδι, αλλά το πρότζεκτ ναυάγησε. Και λίγο καιρό μετά, μου τηλεφωνεί η Δήμητρα και μου λέει «η Παυλίνα Βουλγαράκη ψάχνει τραγούδια, θες να της δώσουμε αυτό;». Εκκρεμούσε ακόμα η άλλη συνεργασία, βασικά είχε ναυαγήσει αλλά δεν ήταν ακόμα ξεκάθαρο, για αυτό υπήρξε μια παύση στο τηλέφωνο, το σκέφτηκα για λίγο και της λέω «ναι, αυτό το τραγούδι πρέπει να βγει τώρα, διότι τώρα με εκφράζει όσο ποτέ –θέλω να βγει από την Παυλίνα που είναι ένα πρόσωπο με δυναμισμό, οπότε θα έχει τη φόρα που πρέπει να έχει. Θέλω να γίνει τώρα επειδή τα λόγια που είχα γράψει τότε, έχουν σημασία να ακουστούν τώρα όσο πιο δυνατά μπορούν». Η Δήμητρα με γνώρισε σε μια πολύ ευαίσθητη φάση μου, με ένα τραγούδι που εκ των πραγμάτων σήμαινε πολλά, και είναι από τους λίγους ανθρώπους που έχουμε συζητήσει βαθιά κάποια πράγματα, και με έχει δει να κλαίω για αυτά. Μου έχει ανοιχτεί και η ίδια για τη δική της πολύ προσωπική ζωή. Κάποτε, κάποιος τη ρώτησε για εμένα και εκείνη είπε «ο Δημήτρης είναι «sui generis» άτομο. Υπήρξε ένα ερώτημα για το τι μπορεί να σημαίνει αυτό το «sui generis», τι μπορεί να σημαίνει «ιδιότυπος», «ιδιοσυγκρασιακός». Η Δήμητρα κατάλαβε ότι για εμένα η τραγουδοποιία είναι κάτι ζωτικής σημασίας, δεν είναι απλώς «βρισκόμαστε και στήνουμε ένα ωραίο τραγούδι». Εκεί νομίζω ότι βασίζεται ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός της. Σκέφτομαι ότι ίσως κάτι πρέπει να γίνει ξανά με αυτό το τραγούδι, με την ίδια ως ερμηνεύτρια… Και θα το δρομολογήσω.
- Το πρώτο τραγούδι που έκανα με την Ευρυδίκη, ΟΙ ΔΙΑΦΟΡέΣ, ντουέτο με τη Σαλίνα Γαβαλά, προέκυψε αφού προσέγγισα την Ευρυδίκη μέσω Facebook και της είπα «είμαι αυτό και αυτό, έχω κάνει στη ζωή μου αυτή τη διαδρομή» –δεν είχα κάνει ακόμα τραγούδια, είχε βγει μόνο ένα το οποίο δεν είχε ακουστεί. Της είπα ποια όνειρα είχα κι ότι την προσέγγισα επειδή εκτιμώ και αγαπάω συγκεκριμένα πράγματα σε εκείνη. Και της ζήτησα να ξεχάσει ότι δεν είχα κάνει τίποτα και να επικεντρωθεί σε όσα της έδειχνα. Εκείνη αξιολόγησε αυτά που της έστειλα και έτσι κάναμε κάποια τραγούδια μαζί. Δεν έχουν βγει ακόμα όλα, ίσως βγουν.
- Με τη Σαλίνα έχουμε αναπτύξει μια σχέση πιο προσωπική. Δεν την ήξερα, αλλά την άκουγα αρκετά στο ραδιόφωνο την περίοδο που ήμουν φαντάρος στα Ρίζια Έβρου. Έπαιζε πολύ το τραγούδι της ΠΟΝΑΕΙ Η ΑΓΑΠΗ. Αργότερα, που η Ευρυδίκη μού είπε ότι θα ήθελε να κάνει ντουέτο το ΟΙ ΔΙΑΦΟΡέΣ με τη Σαλίνα, τη γνώρισα στο στούντιο που βρεθήκαμε για τη μίξη. Πολύ αργότερα, της είπα να κάνουμε και κάτι μαζί, της έδωσα τους στίχους του ΟΥΤΕ ΚΑΝ και της άρεσαν. Της ανέφερα ότι θέλω πολύ να δουλέψω με τον Νίκο Μερτζάνο, τον οποίο ξέρω ως δημιουργό και ερμηνευτή από τα πρώτα-πρώτα βήματά του και εκτιμώ πολύ το ταλέντο του στις μπαλάντες αξιώσεων που έχουν ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο και κάτι ευρωπαϊκό. Το τραγούδι περίμενε κάποιον καιρό στο συρτάρι ώσπου να βρούμε την κατεύθυνση του ήχου, την οποία έδωσε με την ενορχήστρωσή του ο Δημήτρης Σιάμπος, γνωστός και αγαπητός στον χώρο της δημιουργίας, βασικός συνεργάτης της Μαρίζας Ρίζου και κιθαρίστας της Άννας Βίσση στο πρότζεκτ Hotel Ermou. Ο Δημήτρης έδωσε μια πολύ ωραία διάσταση στο τραγούδι μας. Πριν βγει όμως το ΟΥΤΕ ΚΑΝ, μου πρότεινε η Σαλίνα να κάνουμε το ELLE A…, και μου ζήτησε να το κάνουμε με την προοπτική ότι στην αρχή θα παιζότανε αποκλειστικά από τον Galaxy FM. Γι’ αυτό και συμφώνησα, διότι το να γράψεις κάτι στα γαλλικά και να κυκλοφορήσει στην ελληνική αγορά είναι λίγο μάταιο, εξ ορισμού. Με τη Σαλίνα θέλω να κάνουμε κι άλλα πράγματα, διότι έχουμε προσωπική επαφή, είμαι εκεί στη διαμόρφωση του πράγματος, όπως οφείλω να είμαι, όπως όλοι οι δημιουργοί οφείλουν να είναι παρόντες σε όλη τη διάρκεια της δημιουργίας και της εξέλιξης ενός τραγουδιού μέχρι την τελειοποίησή του.
- Δεν είναι απορίας άξιον ότι κάποιοι άνθρωποι που προσέγγισα και τους έδειξα στίχους μου, στην αρχή δεν έδειξαν καθόλου ενδιαφέρον και αργότερα, όταν βγήκαν τα τραγούδια μου με τη Μαρία Φαραντούρη ή πιο μετά το τραγούδι μου με τη μουσική της Δήμητρας Γαλάνη, με προσέγγισαν οι ίδιοι, μου είπαν «τι ωραίο που είναι αυτό!». Και σκέφτομαι: «Μα αυτό που είναι πολύ ωραίο, σου το είχα προτείνει, το έχεις μπροστά σου, δύο μηνύματα πιο πάνω».

ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ
Τα άλμπουμ του παρελθόντος και τι ζητούν οι σύγχρονοι καλλιτέχνες. Η έλλειψη ευρηματικότητας στη σύνθεση. Τα «νεκροζώντανα» τραγούδια και πώς είναι να αφήνεις την προσωπικότητα έξω από τη δημιουργία.
- Δεν υπάρχει πια «ολοκληρωμένο άλμπουμ», πολύ κακώς. Διότι τώρα ο κόσμος της μουσικής, κυρίως οι ερμηνευτές που συνήθως είναι και οι ίδιοι που χρηματοδοτούν τις παραγωγές τους, τι είναι αυτό που ψάχνουν από έναν δημιουργό; Μιλάω για τους καλλιτέχνες που δεν είναι και τραγουδοποιοί. Οι λίγοι αμιγώς τραγουδιστές λοιπόν, ζητούν να κάνουν singles και κάθε φορά να επικεντρώνουν τις δυνάμεις τους σε ένα τραγούδι. Ξαναγυρνάμε στην εποχή των σαρανταπενταριών ας πούμε, τα οποία βέβαια τότε είχαν μία άλλη λογική, ήταν μία διαφορετική πλατφόρμα. Τότε υπήρχαν εταιρείες που λειτουργούσαν σαν «φάτνες» και είχαν στο δυναμικό τους, σαν υπαλλήλους, ερμηνευτές και δημιουργούς, και τους έφερναν σε επαφή τον έναν με τον άλλο. Το σαρανταπεντάρι, ήταν ένα single, δηλαδή ένα τραγούδι δυνατό στο οποίο στήριζαν τις ελπίδες τους ότι θα κάνει σουξέ, και από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα τραγούδι που δεν τους ενδιέφερε τόσο να κάνει σουξέ, τους ενδιέφερε να προωθήσει έναν τραγουδιστή της εταιρείας τους, συνήθως νεότερο. Λειτουργούσε δηλαδή σαν βιτρίνα για τα άλλα βέλη της φαρέτρας τους. Όλη αυτή η εμπορική διάσταση που συζητάμε τώρα, είχε ουσία για το γύρισμα του μύλου. Η δισκογραφία, που δεν υπάρχει πλέον, άνθιζε επειδή ήταν βιομηχανία. Έβαζες λεφτά, έπαιρνες λεφτά. Και επανέρχομαι στην ιδέα του άλμπουμ, για να πω ότι είναι πολύ χρήσιμο σχήμα η «συλλογή τραγουδιών», διότι επενδύεις σε κάποια τραγούδια που πιστεύεις και θέλεις να γίνουν επιτυχίες, τα singles, αλλά παράλληλα έχεις και τα b-sides, τα «fillers» που λένε κάποιοι («παραγεμίσματα»). Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι λίγο αστείοι, όμως σκεφθείτε: ένα τραγούδι που είναι πιο ήσυχο, πιο εσωτερικό, πιο κινηματογραφικό, δεν θα το βγάλεις εύκολα για single. Σήμερα, λοιπόν, πολλά τέτοια τραγούδια δεν βγαίνουν καθόλου. Ένας τραγουδιστής που ζητάει να κάνει σουξέ, θα βγάλει ένα τραγούδι που πιστεύει ότι είναι σουξέ, μετά θα βγάλει ένα δεύτερο που πιστεύει ότι είναι σουξέ, δεν θα βγάλει εύκολα ένα τραγούδι που ξέρει ότι δεν είναι τόσο εμπορικό. Οπότε τι θα γίνουν όλα αυτά τα τραγούδια; Είναι ωραία τα σουξέ, τα αγαπάμε, μεγαλώσαμε με αυτά, παρατηρήστε όμως ποια είναι τα τραγούδια που ζεσταίνουν την ψυχή μας. Συνήθως είναι τα τελευταία τραγούδια ενός δίσκου, τα b-sides, τα ήσυχα τραγούδια, τα πιο βαθιά ας πούμε. Οι καλλιτέχνες τώρα ζητάνε επιτυχίες, δεν δέχονται εύκολα κάτι που θα μπαίνει πολύ βαθιά και θα ζητάει περισσότερα πράγματα από τον ακροατή. Πρώτα απ’ όλα διότι, πολλές φορές, φοβούνται να το υποστηρίξουν και, δεύτερον, διότι πληρώνουν και θέλουν να μην πάει στράφι η επένδυσή τους. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Έχουμε να τους δώσουμε πράγματα, ενδεχομένως ρηξικέλευθα, και αυτοί ζητάνε το φασόν. Δεν μιλάω για τους «εμπορικούς» καλλιτέχνες, μιλάω για τους «έντεχνους» και βάλτε πολλά εισαγωγικά σ’ αυτά. Ακόμα και εκείνοι λειτουργούν με αυτήν τη λογική. Δεν είναι παράλογο ούτε αθέμιτο, αλλά τι μένει απ’ έξω; Η προσωπικότητα. Μου ζητάς εμένα να σου γράψω κάτι που θα είναι «διαμπερές», εντάξει, να σου το γράψω, όμως όλα τα άλλα που μπορώ να σου γράψω, ποιος θα τα γράψει; Θα τα γράψει και θα τα πει ο τραγουδοποιός. Και λέμε συχνά «δεν βγαίνουν σήμερα εμπνευσμένα, όμορφα τραγούδια». Και όποτε παραδέχονται ότι βγαίνουν, ποιους δείχνουν; Τους τραγουδοποιούς. Επειδή έχουν κάτι ξεχωριστό. Επειδή είναι οι ίδιοι που τα γράφουν και που μπορούν να τα υποστηρίξουν. Ένα τραγούδι του σπουδαίου, του αγαπημένου μου Φοίβου Δεληβοριά, εάν το έδινα εγώ σε έναν νέο ερμηνευτή, θα μου το γύριζε πίσω επειδή σε πρώτη όψη δεν είναι κάτι εμπορικό που θα ήθελε να πάρει. Να το προσέξουμε λίγο αυτό. Δεν μπορούμε να περιμένουμε καινούργιο τραγούδι, φρέσκο τραγούδι, τραγούδι με αίτημα, σημερινό τραγούδι, από τους αμιγώς δημιουργούς, δηλαδή που δεν είναι τραγουδοποιοί και ερμηνευτές ταυτόχρονα, επειδή το σύστημα λειτουργεί με αυτή τη λογική. Και γι’ αυτό λοιπόν χρειάζονται οι μεγάλοι δίσκοι, τα albums, οι συλλογές τραγουδιών –προφανώς εννοώ πρωτότυπων τραγουδιών, όχι συλλογές επιτυχιών. Οι λεγόμενοι κύκλοι τραγουδιών που είχαμε άλλοτε, όπου ο συνθέτης και ο στιχουργός συναντιούνταν, έκαναν μία βόλτα μαζί, στη βόλτα τους έκοβαν τα ανθάκια τους και τα έκαναν ένα μπουκέτο. Και τότε οι δημιουργοί, που είχαν μία σταθερή ροή εργασίας στο πλαίσιο των εταιρειών, αναγκαστικά σου έδιναν κάτι του καιρού τους. Εγώ τώρα, μέσα σε αυτή τη συνθήκη που επικρατεί, δεν αναγκάζομαι να σου παράσχω δώδεκα τραγούδια σημερινά, που να τα γράψω τώρα. Έχω γράψει ένα τραγούδι που αφορά τα παιδιά του ενενήντα, βασικά τη δική μου γενιά και το μεγάλωμά μας στα 90s. Αυτό το τραγούδι, πότε θα βγει; Και όταν θα βγει, τι θα σημαίνει; Ποιος θα το εκφράσει;
- Σήμερα, διαπιστώνω μια έλλειψη ευρηματικότητας στους συνθέτες, κυρίως στους ρυθμούς. Γιατί δεν ακούμε τραγούδια σε ρυθμό βαλς πλέον; Γιατί δεν ακούμε τραγούδια σε ρυθμό σουίνγκ, ακόμα και σε ρυθμό τσάμικο ή καλαματιανό; Μιλάω για τους ρυθμούς, δεν μιλάω απαραίτητα για τα θέματα ή για την ενορχήστρωση. Έχουμε τόσο πλούτο που θα μπορούσαμε να φέρουμε μπροστά. Γιατί περιμένουμε τη Rosalía να μας υποδείξει ότι μπορούμε να κάνουμε ποπ τραγούδι με συμφωνική ορχήστρα; Γιατί περιμένουμε τη Juliette Armanet και την Clara Luciani για να δούμε ότι μπορούμε να κάνουμε ένα τραγούδι που μπορεί σήμερα να έχει στοιχεία του ήχου των ‘70s και των ‘80s; Γιατί δεν κάνουμε ντίσκο τραγούδι σήμερα, γιατί περιμένουμε αυτούς για να κάνουμε κι εμείς κάτι; Η Rosalía είχε παλιότερα κάνει ποπ τραγούδια που αντλούσαν τις πηγές τους από παραδοσιακές φόρμες τραγουδιού. Χρειαζόμαστε μία Μαρίνα Σάττι να κάνει κάτι αντίστοιχο, κατάλαβες, να κάνει τη ΜΑΝΤΙΣΣΑ. Επίσης, γιατί δεν έχουμε στις ενορχηστρώσεις μας ιδιαίτερα όργανα; Γιατί όταν έβαλε ας πούμε η Μαρίνα την γκάιντα στη ΜΑΝΤΙΣΣΑ, μετά από λίγο τα μισά ελληνικά τραγούδια είχαν γκάιντα; Δεν μπορεί κάποιος να το σκεφτεί, δεν μπορεί να έχει την ανάγκη να εκφραστεί έτσι; Στο ΤΡΑΙΝΑΚΙ –που έχει βγει πολύ ωραίο όπως έχει βγει, δεν το συζητώ– αρχικά, όταν το χτίζαμε με τον συνθέτη Δαμιανό Πάντα, η μελωδία του είχε κάτι σλαβικό και μου άρεσε πάρα πολύ, μου έφερνε στο μυαλό την κίνηση του τρένου μέσα από τις στέπες της Σοβιετικής Ένωσης, και έλεγα στον Δαμιανό «μήπως να βάλουμε μια μπαλαλάικα;». Και όταν κάποια στιγμή ξαναγίνει μια επανανάγνωση αυτών των τραγουδιών, όταν θα έχω την ευκαιρία να τα ξαναπροτείνω –αυτό είναι κάτι που θέλω και σκέφτομαι– θα το δω και έτσι. Αλλά αναρωτιέμαι… Γιατί υπάρχει τόση ένδεια στο όραμα; Προφανώς είναι και θέμα χρημάτων, αλλά έχουμε τόσα όργανα. Και τόσους ρυθμούς, που είναι δομικό στοιχείο της σύνθεσης. Αλλά ας πιάσουμε και την παραγωγή… Γιατί δεν υπάρχουν προχωρημένες παραγωγές; Γιατί βεβαίως είναι θέμα χρημάτων, αυτή είναι η μία απάντηση, είναι και θέμα του τι θα παίξει στα ραδιόφωνα, να κάνουμε κάτι “ραδιοφωνικό”, και βεβαίως δεν παίζει τίποτα στα ραδιόφωνα, γιατί για να παίξει κάτι στα ραδιόφωνα, πρέπει να το πληρώσεις. Είναι τόσο απλό. Δεν είναι θεωρίες συνωμοσίας, συμβαίνει.
- Δεν μπορείς να πεις και πολλά γι’ αυτό διότι γίνεσαι δυσάρεστος σε ανθρώπους με τους οποίους μετά καλείσαι να συνεργαστείς. Τους ανθρώπους των ραδιοφώνων. Δεν μπορεί να έρχονται στην παρουσίαση δίσκου σου και να σου λένε «ρε συ, αυτό το τραγούδι πρέπει να ακουστεί, πρέπει να παιχτεί». Ε, γιατί δεν το παίζεις; Γιατί θέλεις πόσα για να το παίξεις; Πόσα θέλεις για να το βάλεις σε ένα καλό playlist του Spotify για έναν μήνα, ώστε να έχει την ευκαιρία να το ακούσει κάποιος τυχαία και να το υιοθετήσει ή να το απορρίψει; Αυτά είναι πραγματικότητες του εμπορίου του τραγουδιού – αλλά και της ουσίας μετέπειτα, γιατί πώς θα το ανακαλύψει κάποιος το τραγούδι όταν δεν πάει πουθενά; Πού πάνε τα τραγούδια; Διότι… γεννιούνται νεκροζώντανα. Και με πιάνει και ένα παράπονο, όχι μόνο για εμένα ως δημιουργό, αλλά και για άλλους δημιουργούς που λατρεύω το έργο τους. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να στηρίξουμε τις δουλειές μας. Άσε με εμένα, εγώ πες δεν έχω κάνει τίποτα, άλλοι που είχαν αυτή την ευκαιρία να έχουν αφήσει ένα έργο… Δεν πρέπει οι δημιουργοί της γενιάς μου να κάνουν συναυλίες που να φωτίζουν το έργο τους συνολικά; Πρέπει να γυρίζουμε πίσω, να βάζουμε τα τραγούδια μας σε μία αγκαλιά και να τα φωτίζουμε ξανά. Χρειαζόμαστε έναν Σείριο, χρειάζεται εμείς να φτιάξουμε έναν Σείριο, να έρθουμε κοντά και να φτιάξουμε μία παράσταση που θα σμίγει τα τραγούδια μας.
- Λέω για τους συνθέτες, αλλά χρειαζόμαστε και ερμηνευτές. Πόσοι είναι οι νέοι ερμηνευτές σήμερα που δεν γράφουν οι ίδιοι το υλικό τους; Είναι λίγοι. Δεν χρειαζόμαστε μόνο την υψηλή κατάρτιση φωνητικά και ερμηνευτικά, χρειαζόμαστε και την αγωνιστικότητα, την ανθεκτικότητα, αυτό είναι το σημαντικότερο ποσοστό στο ταλέντο ενός νέου ερμηνευτή, και ενός δημιουργού επίσης, να μην τα παρατάει. Όταν μιλάω για νέους ερμηνευτές, ως δημιουργός χρειάζομαι ανθρώπους που έχουν να δώσουν κάτι ξεχωριστό και να επιμείνουν σε αυτό, δηλαδή τα τραγούδια που θα πάρουν από εμένα να είναι οι αποσκευές τους, να ξέρω ότι θα τα τραγουδάνε γιατί τα θεωρούν κομμάτι τους. Έχουμε αρκετούς πολύ καλούς νέους ερμηνευτές, κάποιοι έχουν βρει τους ανθρώπους τους και πορεύονται, άλλοι ψάχνονται και ψαχνόμαστε και εμείς οι δημιουργοί μαζί τους. Οι άνθρωποι που έχουν ένα παρελθόν, θα δώσουν στο τραγούδι μου την ιστορία τους, δε θα δώσουν όμως μέλλον απαραίτητα, γιατί είναι άνθρωποι που έχουν ήδη μία καριέρα και όταν κάνουν live, όσοι επενδύουν στο προσωπικό τους ρεπερτόριο, που είναι και οι πολύ λιγότεροι, επενδύουν στα παλιά σουξέ τους. Είναι πολλοί οι νέοι που αγαπώ, δεν έχει και νόημα να πω ονόματα. Το θέμα είναι να δουλέψω μαζί τους.
ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΠΟΘΟΙ, ΜΑΤΑΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ
Οι δημιουργικοί κόσμοι στους οποίους ονειρεύεται να μπει. Τα «σαν απαγορευμένα» τραγούδια του. Η πολύτιμη «φλογίτσα στο δωμάτιο». Τα χαμόγελα των ματιών.
- Θα ήθελα πολύ να κάνω ένα τραγούδι για το θέατρο. Εντάξει, το δίκτυο των επαφών μου δεν είναι πολύ μεγάλο. Παρότι είμαι συνέχεια στα θέατρα, δεν κάνω τέτοιες γνωριμίες, δυστυχώς. Πόσο πολύ θα ήθελα να γράψω κάτι για αυτά τα υπέροχα πράγματα που φτιάχνει ο Γιάννης Σκουρλέτης με την ομάδα bijoux de kant, που βλέπω τις παραστάσεις του και γεμίζω ομορφιά. Θέλω να σου πω ότι εκεί θα ήθελα πολύ να βρεθώ, να μπω στον κόσμο του.
- Είχα την ευκαιρία να κάνω ένα τραγούδι για την τηλεόραση. Μου ζητήθηκε να γράψω ένα τραγούδι για μία συγκεκριμένη σκηνή σε μία τηλεοπτική σειρά, το έγραψα, άρεσε σε εμένα, άρεσε στον συνθέτη, άρεσε στους υπεύθυνους της σειράς, υπήρξαν κάποια θεματάκια με την ερμηνεύτρια που θέλαμε, χάθηκε η προθεσμία για τη συγκεκριμένη σκηνή, θα μπορούσε να γίνει όμως και να μπει σε άλλη σκηνή… Τέλος πάντων, το αποτέλεσμα είναι ένα: εργάστηκα για μία σειρά και το τραγούδι δεν μπήκε πουθενά. Είναι ένα υπαρξιακό τραγούδι το οποίο θα κόλλαγε υπέροχα στη σκηνή για την οποία γράφτηκε, θα κόλλαγε όμως και σε άλλες σκηνές αργότερα. Περιλαμβάνει το πιο χαρακτηριστικό μουσικό θέμα της σειράς, αλλά θα μπορούσε ίσως να βγει ως αυτόνομο τραγούδι εκ των υστέρων, ή να μπει ως έξτρα σε μία συλλογή με όλα τα τραγούδια της σειράς. Έχω πολλά τέτοια ντέμο που τα ακούνε οι φίλοι μου κρυφά σαν να είναι απαγορευμένα τραγούδια, σαν να είναι «Μίκης Θεοδωράκης στη Χούντα». Δεν μπορώ να τα κάνω κάτι, δεν μπορώ να τα εκθέσω, δεν είναι δικά μου μόνο. Οι φίλοι μου το έχουν αγαπήσει πάρα πολύ το συγκεκριμένο. Δεν είναι κρίμα; Είναι μία ματαίωση κι αυτή. Εντάξει, μιλάμε συνέχεια για ματαιώσεις, αλλά πραγματικά υπάρχει και η ελπίδα… Αν στεκόμουν στις ματαιώσεις, δεν θα συζητούσαμε τίποτα τώρα. Θέλω να κρατήσουμε και το θετικό, ότι συνεχίζουμε. Ονειρεύομαι πολλά πράγματα να κάνω. Η αγωνιστικότητα, το όραμα, η ανάγκη, η επιθυμία, η όρεξη, η λαχτάρα και η ελπίδα λοιπόν, που είναι… παιδικό κατάλοιπο, υπάρχουν. Υπάρχουν στην κάμαρά μου σαν μια μικρή φλογίτσα, που όμως φωτίζει τόσο δυνατά, ώστε να μπορώ να περπατήσω στην καμαρούλα μου χωρίς να σκοντάφτω πάνω στα έπιπλα. Έτσι το βλέπω.
- Πρόσφατα, έγραψα ότι με ενοχλούν οι άνθρωποι που λένε «αυτός έχει ωραίο χαμόγελο, και αντί να εννοούν τα μάτια, εννοούν τα δόντια, την οδοντοστοιχία». Προσωπικά, χαμογελώ πηγαία με τα απλά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή. Τα τρένα, που αγαπώ και είναι για εμένα ένα σύμβολο, μ’ αρέσει ο ήχος τους, η μυρωδιά τους… Ο ήλιος… Η Τέχνη, ο τρόπος που σκέφτονται κάποιοι άνθρωποι, το μεράκι που δείχνουν, που δεν ξεπετάνε όσα θέλουν να κάνουν. Μικρά πράγματα, τα οποία όμως με κάνουν να νιώθω ζωντανός.
*Ευχαριστούμε θερμά το Γαλλικό Ινστιτούτο για την ευγενική φιλοξενία.
**Τραγούδια με λόγια του Δημήτρη Αναγνωστόπουλου μπορείτε να βρείτε στην παρακάτω playlist στο YouTube: