τραγούδι

Συνέντευξη: ΜΑΡΙΟΣ ΛΑΖ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

today10/12/2020 8

Background
share close

«Τα όνειρα δεν πρέπει να μας ελέγχουν, αλλά να βελτιώνουν τη ζωή μας»

Της Αριστέας Σταυροπούλου

Με τον Μάριο Λαζ Ιωαννίδη προλάβαμε μία ηλιόλουστη, ζεστή φθινοπωρινή μέρα στην Αθήνα, προτού οι μάσκες γίνουν υποχρεωτικές παντού και αρκετές μέρες πριν από την επιβολή τού δεύτερου lockdown… Η κουβέντα μας έμοιαζε με την καθημερινότητα που συνήθως έχει ο συγκεκριμένος καλεσμένος του DreamCity WebRadio, ήταν δηλαδή γεμάτη από πολλούς ήχους, μουσική και από διαφορετικά, ενδιαφέροντα πράγματα, όπως μάλλον αρμόζει σε έναν πολυπράγμονα άνθρωπο σαν τον Μάριο. Διότι, αν κάτι σίγουρα δεν είναι ο Μάριος Λαζ Ιωαννίδης, αυτό είναι «μονοδιάστατος»! Κι αυτό το αποδεικνύει πότε μπροστά σε μία κονσόλα ήχου, πότε πίσω από μία κάμερα και πότε ρίχνοντας τη μουσική του «Άγκυρα» σε κάθε φιλόξενο λιμάνι.

Πρότεινα να πιάσουμε το νήμα από το τέλος και να πάμε προς την αρχή, να μιλήσουμε δηλαδή αρχικά για το παρόν και να κινηθούμε προς το παρελθόν. Ωστόσο, το παρελθόν ήρθε τελικά μόνο του και μας βρήκε πρώτο. Η πρώτη ερώτηση γεννήθηκε αυθόρμητα και αφορούσε στο κατά πόσο μας καθορίζει το παρελθόν μας. «Αυτά που ζούμε μας ακολουθούν και σίγουρα είμαστε αποτέλεσμα των εμπειριών μας, που μας διαμορφώνουν κατά πολύ, αλλά δεν θεωρώ ότι απαραίτητα μας εγκλωβίζουν. Μπορούμε να ξεφύγουμε», ήταν η πρώτη ατάκα του Μάριου. Και κάπως έτσι αφήσαμε το παρελθόν για αργότερα και ήρθαμε στο τώρα.

  • Έρχεται μία νέα, δική σου δισκογραφική δουλειά, με τον τίτλο «Αλμπού». Τι σημαίνει «αλμπού»;

«Αλμπού» είναι το φωτογραφικό άλμπουμ με τον τρόπο που το έλεγε η γιαγιά μου, η Ροδίτισσα, επηρεασμένη από τους Ιταλούς κατά την Κατοχή. Επειδή, λοιπόν, αυτό που κάνω σε αυτόν τον δίσκο είναι ουσιαστικά ένα φλας μπακ στη ζωή μου, σκέφτηκα ότι θα ταίριαζε ως τίτλος. Αυτή η μουσική δουλειά είναι κάτι σαν να βλέπω φωτογραφίες του εαυτού μου στο παρελθόν, πίσω στο δωμάτιό μου στα 17 μου, στα 19 μου, πέρυσι, φέτος, κι όλα αυτά να τα συνδυάζω.

  • Υπάρχουν δηλαδή στον δίσκο τραγούδια που έχεις γράψει από εκείνες, τις πολύ νεαρές ηλικίες;

Ναι, φυσικά. Περιλαμβάνονται τραγούδια που γράφτηκαν στην εφηβεία και άλλα που δημιούργησα τώρα, στα 33 μου. Όλα δένονται με την αγάπη και τη ζεστασιά της οικογένειας, των δικών μας ανθρώπων, των φίλων, μιας παρέας. Και, καθώς πάντα μου άρεσε να παίζω με τον ήχο και τις λέξεις, το «αλμπού» ήρθε εύκολα στο μυαλό μου.

Το «Αλμπού», λοιπόν, αποτελεί ένα φωτογραφικό άλμπουμ με ήχους. Τουλάχιστον ο δημιουργός του, «ξεφυλλίζοντάς» το, βλέπει στιγμές από τη ζωή του, τις οποίες έχει αποτυπώσει με λόγια και ήχο. Το πρώτο «κλικ» που κυκλοφόρησε ως single από τον εν λόγω δίσκο ήταν το τραγούδι «Αν είσαι εκεί», ενώ το δεύτερο είναι η –σχετικά πρόσφατα… ριγμένη– «Άγκυρα», οι στίχοι του οποίου –συμπτωματικά– ήρθε και ταίριαξε με όλα όσα περνάμε μέσα στο 2020. Γράφτηκε φέτος, προ καραντίνας, αλλά το μήνυμά του είναι τόσο επίκαιρο όσο και διαχρονικό. «Οι ιδέες που βρίσκει κανείς μέσα στους στίχους μου δεν έχουν, θα έλεγα, χρόνο και εποχή, μας απασχολούσαν και πριν από όσα ζούμε φέτος, δεν περιμέναμε την καραντίνα για να θορυβηθούμε όσοι θορυβηθήκαμε», σημειώνει ο Μάριος. Όλη του η διάθεση για τον δίσκο ήταν να αφήσει κάποια πράγματα όπως ήταν και να επεξεργαστεί κάποια άλλα, με ένα ποσοστό να αποτελείται από πειραματισμό.

Με νοσταλγικότητα και ειλικρίνεια, ο Μάριος Λαζ Ιωαννίδης μου εξήγησε τον λόγο για τον οποίο έκανε σπουδές πάνω στη μουσική, αλλά και γιατί τόσα χρόνια δεν είχε βγάλει έναν εντελώς δικό του, ολοκληρωμένο δίσκο. «Ο λόγος που ξεκίνησα τις μουσικές σπουδές ήταν για να μάθω να βγάζω από τα ηχεία αυτό που είχα στο κεφάλι μου, ακριβώς αυτό που οραματιζόμουν ως ήχο κάθε φορά. Να μυηθώ δηλαδή στη διαδικασία της ηχογράφησης και της μουσικής παραγωγής. Αυτό ήταν κάτι που από παιδί με απασχολούσε και με μάγευε. Ωστόσο, μετά από τις σπουδές μου, συνέχισα να δουλεύω ως μουσικός και ως παραγωγός καλλιτεχνών, με αποτέλεσμα να μην έχω αφιερώσει τόσο χρόνο στο να κυκλοφορήσω τη δική μου μουσική και σε όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Πρόσφατα, λοιπόν, γεννήθηκε έντονη η ανάγκη να μοιραστώ όσα είχα γράψει και όσα γράφω. Αυτή η ανάγκη μπήκε πάνω από όλα σε καλλιτεχνικό επίπεδο, πάνω και από την ανάγκη να είναι η μουσική αυτό από το οποίο βιοπορίζομαι. Είχα την επιθυμία κι έβαλα αυτόν τον στόχο, για να χαλαρώσω κι έπειτα να κάνω επόμενα βήματα». Τον ακούω και αναρωτιέμαι αυθόρμητα και φωναχτά…

  • Μιλάς για χαλάρωση και για χαλαρότητα σε σχέση με την πορεία σου ως τραγουδοποιός και ερμηνευτής. Δηλαδή δεν κάνεις έναν δίσκο και εξαρτάσαι από αυτόν οικονομικά. Αυτό πρέπει να σου δίνει μεγάλη ελευθερία, σου επιτρέπει να το κάνεις καθαρά για την ψυχή σου.

Ισχύει! Για τη μουσική έχω όνειρα, επιθυμίες και όραμα, ωστόσο δεν θέλω να έχω προσδοκίες. Κι αυτό με ισορροπεί. Από την στιγμή που ελευθερώνω ένα υλικό, μετά δεν περιμένω κάτι συγκεκριμένο από αυτό. Χρειάστηκε, βέβαια, χρόνος και δουλειά με τον εαυτό μου για να καταλήξω εδώ. Έπρεπε να βρω και να καταλάβω εγώ τι θέλω.

  • Βλέποντας κάποιος το βιντεοκλίπ που δημιουργήθηκε για την «Άγκυρα», βρίσκει το όνομά σου σε σχεδόν τα πάντα, όχι μόνο δηλαδή για το τραγούδι, αλλά και για την παραγωγή της εικόνας. Υπάρχει μία ομάδα φυσικά, αλλά κάνεις τα πάντα. Αυτό είναι αποτέλεσμα μίας δικής σου ανάγκης να τα ελέγχεις όλα; Έχει να κάνει με το ότι δυσκολεύεσαι να βρεις συνεργάτες ακριβώς όπως τους θες; Ή είναι μία διάθεση τύπου «αφού μπορώ, γιατί να μην το κάνω»;

Σίγουρα είναι όλα αυτά συν, κυρίως, το γεγονός ότι μου αρέσουν όλοι οι τομείς της δημιουργίας και -ως παιδί που θέλω να «μπλέκομαι», από περιέργεια και προσωπική ανάγκη- έχω βρει έναν τρόπο για κάποια πράγματα, ώστε να βγάζω αυτό που έχω στο μυαλό μου. Οπότε έτσι πορεύομαι. Σαφώς και υπάρχουν τομείς στον δίσκο στους οποίους έχω αναθέσει την τελευταία λέξη σε άλλους, διότι έτσι θεώρησα σωστό. Όπως, για παράδειγμα, το mastering το κάνει ο Ανέστης Ψαραδάκος, που είναι εξαιρετικός και τον εμπιστεύομαι σε αυτό. Η μουσική μου είναι η «παιδική χαρά» μου. Κινούμαι από την έντονη ανάγκη να εκφραστώ και να ακούσω ως αποτέλεσμα αυτό που έχω στο μυαλό μου. Άλλωστε, ένα προσωπικό σου πόνημα κανείς δεν θα το νοιαστεί περισσότερο από σένα. Έτσι, η ανάγκη να είμαι δημιουργικά όσο γίνεται κοντά σε μένα έρχεται πάνω από όλα.

  • Έχεις, ωστόσο, σκεφτεί ποτέ αυτό που, απλά, λέμε «δυο καρπούζια σε μια μασχάλη δεν χωρούν»; Σε απασχόλησε ποτέ μήπως αυτή η πολυπραγμοσύνη σου δεν σου επιτρέπει να δίνεις το 100% σου σε ένα πράγμα, ότι η ενέργειά σου μοιράζεται; Και αναφέρομαι και στις διαφορετικές επαγγελματικές ενασχολήσεις σου: ηχολήπτης, παραγωγός, ενορχηστρωτής, τραγουδοποιός, μουσικός, δάσκαλος μουσικής!

Το έχω σκεφτεί, αλλά κάνω ξεκάθαρα αυτό που μου αρέσει. Κι όσα κάνω τα αντιλαμβάνομαι ως ένα πράγμα, μία σφαίρα. Με ενδιαφέρει, λοιπόν, να προχωρώ και να εξελίσσω ολόκληρη την σφαίρα κι όχι ένα μέρος της. Δεν με εκφράζει να παίζω fulltime κιθάρα για κάποιον, ούτε μόνο να κάνω μαθήματα ως δάσκαλος, ούτε μόνο να ηχογραφώ τραγούδια. Δεν θέλω να κάνω μόνο ένα, αλλά ούτε να αφήσω κάτι. Προτιμώ να κάνω αυτά που κάνω, όπως τα κάνω, παρά να κάνω καλύτερα μόνο ένα από αυτά.

  • Αν, λοιπόν, ερχόταν κάποιος και σου έλεγε ότι θα έπρεπε να επιλέξεις κάτι από αυτά;

Α, δεν θα μου άρεσε καθόλου αυτό. Δεν θα μπορούσα!

Ποικιλία, λοιπόν, στις δραστηριότητες. Η ποικιλία, όμως, χαρακτηρίζει και τους στίχους των τραγουδιών του, που είναι και ελληνικοί και ξενόγλωσσοι. «Το εξερευνώ κι εκεί. Παρατήρησα ότι, όσο περνούν τα χρόνια, τείνω προς τον ελληνικό στίχο. Νοιώθω ότι συντονίζομαι καλύτερα με τον ελληνικό λόγο και μπορώ να επικοινωνώ σε απόλυτο βαθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συνεχίσω να βγάζω και κάποια τραγούδια με αγγλικό στίχο».

Με αφορμή έναν στίχο του δικού του τραγουδιού «Άγκυρα», η κουβέντα μας οδηγήθηκε σε πιο προσωπικά και βαθιά μονοπάτια. «Ίσως να ‘ναι καλή η ιδέα να γιορτάζεις κάθε μέρα τα γενέθλιά σου». Πόσο εφικτό είναι να βιώνει κάποιος έτσι την κάθε του μέρα και, αλήθεια, εκείνος, που το έγραψε, το τηρεί; Η απάντηση δεν ήρθε τόσο αβίαστα όσο θα περίμενα… Ένα χαμόγελο, ένας δισταγμός και το βλέμμα του Μάριου έδειχναν ότι, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, η σκέψη του είχε πάει σε συγκεκριμένα βιώματα και μνήμες. Τελικά, αποφάσισε να μοιραστεί την οπτική του: «Θεωρώ ότι αυτό μπορεί να το κατακτήσει κάποιος αφού τον ξυπνήσει ένα γεγονός. Έχουμε έναν τρόπο ζωής που κοιτάζει πάντα προς το αύριο και το χτες, έχοντας ξεχάσει από πού ξεκινήσαμε σε κάθε επόμενο βήμα και θυσιάζοντας πολλές φορές τα πάντα για έναν στόχο. Έτσι, όμως, ουσιαστικά χάνουμε τη χαρά τού παρόντος. Το να γιορτάζουμε κάθε μέρα τα γενέθλιά μας σημαίνει να χαιρόμαστε κάθε μέρα σαν να είναι η πρώτη και η τελευταία της ζωής μας. Προσπαθώ να μου το υπενθυμίζω και να το κάνω πράξη».

Τον ρώτησα τι σκέφτεται για τον ρόλο ενός καλλιτέχνη σε μία εποχή όπως αυτή που ζούμε, με την πανδημία, αλλά και με τα γενικότερα κοινωνικά χαρακτηριστικά τής Ελλάδας τού σήμερα. Η θέση, άλλωστε, ενός νέου ανθρώπου έχει πάντοτε αξία. Τη δική του την βρήκα απελευθερωτικά… αναρχική. «Από τη μία, ο τίτλος “καλλιτέχνης” είναι ένας τίτλος τον οποίο μπορεί οποιοσδήποτε να αποδώσει στον εαυτό του, στον τομέα του. Και από την άλλη θεωρώ ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και μπορεί να βάλει το δικό του θετικό ή αρνητικό πρόσημο σε ένα πρόβλημα. Θέλω να σκέφτομαι ότι ο καθένας αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Αποφεύγω να κάνω υποδείξεις, όπως δεν θέλω να μου κάνουν. Το ζητούμενο είναι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως τίτλων, να προσπαθεί να φέρει κάτι υγιές σε μία κοινωνία. Έτσι κι ένας καλλιτέχνης πρέπει να διατηρεί τα υγιή του κύτταρα, σωματικά και πνευματικά. Αισθάνομαι ότι γενικώς όλοι κινούμαστε ο καθένας μόνος και δημιουργούμε πραγματικά ομάδες όταν το επιλέγουμε. Εκεί πρέπει να “σπείρουμε” το υγιές και να ευνοήσουμε τη δύναμη της ομάδας». Σε αυτήν τη… μοναχικότητα αφιερώσαμε λίγο ακόμα από τον χρόνο της κουβέντας μας.

  • Μιλάς για μοναχικότητα, αν και στα τραγούδια σου φωτίζεις και το «μαζί».

Η αλήθεια είναι ότι κοινωνικά μάς έχουν «ταΐσει» μοναξιά. Για παράδειγμα, στο σχολείο τα παιδιά παίρνουν έναν βαθμό το καθένα μόνο του και όχι σαν ομάδα. Μαθαίνουν να αγωνίζονται σε χωριστές λωρίδες και όχι ομαδικά.

Και ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το περιβόητο Berklee, τη διεθνώς αναγνωρισμένη αμερικάνικη σχολή μουσικών σπουδών, στην οποία ο Μάριος Λαζ Ιωαννίδης βρέθηκε με υποτροφία, αποσπώντας μάλιστα και διακρίσεις ως φοιτητής (όπως το Mix Magazine Tec Award 2012). Πήγε εκεί για να δουλέψει σκληρά, έτοιμος να πάρει όσα περισσότερα μπορούσε, να «ανοίξει το μυαλό του», όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ο ίδιος, «και να δεχθεί πληροφορία».
Πώς το βίωσε τελικά, τον αποζημίωσε και τι του προσέφερε αυτή η εμπειρία; «Όταν το σκέφτομαι σήμερα, λέω ότι είναι αυτό που λένε πως ό,τι θελήσεις πολύ, το συναντάς. Ήμουν σχετικά μικρός όταν έμαθα για το Berklee και τους μουσικούς που συνδέονται με αυτό ως απόφοιτοι. Όταν κάποια στιγμή πήρα στα χέρια μου ενημερωτικό υλικό και ένα βίντεο που έδειχνε την σχολή, κυριολεκτικά, έκλαιγα, λέγοντας πόσο πολύ ήθελα να βρεθώ εκεί. Είχα μαγευτεί, έμοιαζε σαν όαση στα μάτια μου. Ως μαθητής στο σχολείο, ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά με τη μουσική, αλλά δεν ήξερα πώς να το κάνω σοβαρά. Πέρασα μία περίοδο που το είχα αποκλείσει, διότι τα δίδακτρα ήταν πολύ υψηλά. Δύο φορές πήρα την απόφαση να δώσω για υποτροφία στο Berklee. Τη δεύτερη φορά πήγα κι έπαιξα μπροστά στην επιτροπή με δύο φίλους μου, κάνοντας αυτό που κάναμε στα live μας. Κατάλαβα τότε ότι πρέπει να είσαι πάντα ο εαυτός σου. Ήταν ένας παράδεισος για μένα, αν και συνέπεσε με μία πάρα πολύ δύσκολη στιγμή της ζωής μου. Ο καιρός που έμεινα εκεί -με σπουδές και δουλειά- μου έδινε δύναμη, θέληση και ισορροπία».

Ο Μάριος συνεχίζει την επίμονη διδαχή έως και σήμερα, ψάχνοντας και μελετώντας για τη μουσική και όσα άλλα αγαπάει, καθώς αυτό για εκείνον σημαίνει προσωπικό, υψηλό ενδιαφέρον για αυτό που κάνει. Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό που θαυμάζει γενικώς στους ανθρώπους. Ως παιδί άκουγε ελληνικό ροκ, πολλή ξένη μουσική και heavymetal, έχοντας ανέκαθεν μία αδυναμία σε εκείνους που ερμηνεύουν τα τραγούδια που γράφουν. Sting, Phil Collins και Coldplay είναι τα ονόματα που εύκολα ανέφερε ως επιλογές και πηγές έμπνευσης, θεωρώντας ότι η δουλειά τους διαρκεί στον χρόνο λόγω της φροντίδας που πάντοτε δείχνουν για αυτήν. «Εκτιμώ όσους φροντίζουν όσα δημιουργούν. Αγαπώ τη λεπτομέρεια, στους άλλους και σε μένα». Πέρα, όμως, από γνωστά ονόματα ανθρώπων που τον επηρέασαν, έχει και προσωπικούς ήρωες, όπως είναι οι δάσκαλοί του στην κιθάρα και τα διαφορετικά είδη της, Δημήτρης Σινογιάννης, Ευάγγελος Ασημακόπουλος και Κώστας Μπαλταζάνης, αλλά και σημαντικοί καθηγητές που είχε στην Αμερική, όπως η Susan Rogers, συνεργάτιδα του Prince. Όλοι τους είχαν ένα κοινό σημείο: διέθεταν υπέρμετρο ενδιαφέρον για τη δουλειά τους και οδηγούσαν τις επιλογές τους. Και εκείνος ως δάσκαλος πώς λειτουργεί για τους μαθητές του; «Θεωρώ ότι, για την αποτελεσματική διδασκαλία, χρειάζεται εμπιστοσύνη μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Δεν μου αρέσει η ιδέα του απόμακρου δασκάλου».

Μεγάλη η αγάπη του και για τη ζωή του στην Ελλάδα, όπως την έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια. Για αυτό και η ζυγαριά για την απάντηση στο ερώτημα αν θα έφευγε ξανά για την Αμερική έγειρε σχετικά εύκολα προς το όχι. «Υπάρχουν αρκετά πράγματα που θέλω να έχω κοντά μου και στη ζωή μου, οπότε μένω εδώ».

  • Τι θα ήθελες να περιλαμβάνει το προσωπικό σου «αλμπού» σε 20 χρόνια από τώρα, τι να μη λείπει από τη ζωή σου;

Να έχω κάνει τη δική μου οικογένεια όπως την ονειρεύομαι και να συνεχίζω να παράγω μουσική.

  • Για να επιστρέψουμε, κλείνοντας, στο τραγούδι σου, πού ρίχνεις άγκυρα εσύ;

Στις επιλογές μου! Επομένως ρίχνω άγκυρα στην Αθήνα, στους ανθρώπους που είναι μαζί μου τώρα και σε όλα όσα μου αρέσουν.

  • Και, μιας που είμαστε στο DreamCity, τι σημαίνει όνειρο για σένα;

Χαλάρωση, διότι όταν κάνεις κάτι που σου αρέσει, ο χρόνος περνάει γρήγορα και το έργο δεν είναι κόπος. Οπότε, όταν ξαπλώνεις στο τέλος της μέρας, λίγο προτού σε πάρει ο ύπνος, έρχονται οι επιθυμίες σου στο μυαλό, σε μία στιγμή χαλάρωσης και απόλυτης επαφής με σένα. Τα όνειρα αξίζει να τα έχεις, αλλά όχι και να τα αφήνεις να σε σέρνουν. Για μένα τα όνειρα δεν είναι χέρια που σε ελέγχουν σαν μαριονέτα, αλλά αυτά που σου βελτιώνουν τη ζωή.

Written by: dreamcitywebradio

Rate it
0%